Μεταφράσεις17 Οκτωβρίου 202662 λεπτά

«Δημοκρατία: Ο Θεός που Απέτυχε» (“Democracy: The God that Failed”) του Hans-Hermann Hoppe (work in progress)

Μετάφραση του έργου του Hans-Hermann Hoppe με τίτλο «Δημοκρατία: Ο Θεός που Απέτυχε»

Hans-Hermann Hoppe

PraxeologosSubstack ↗

Το έργο θα καταστεί διαθέσιμο σε μορφή pdf στο εγγύς μέλλον και ο αναγνώστης θα παραπέμπεται στο σχετικό σύνδεσμο. Ακολουθούν η Εισαγωγή του Μεταφραστή και η Εισαγωγή του Hans-Hermann Hoppe.

Εισαγωγή Μεταφραστή

Υπάρχουν βιβλία με τα οποία διαφωνούμε πριν ακόμη τα ανοίξουμε. Ο τίτλος τους αρκεί για να μας τοποθετήσει απέναντί τους, σαν να έχει ήδη ειπωθεί κάτι που δεν θα έπρεπε να ειπωθεί. Το Δημοκρατία: ο Θεός που Απέτυχε είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Για τον αναγνώστη που συνδέει τη δημοκρατία με την ελευθερία, την πολιτική ισότητα και την έξοδο από την αυθαιρεσία, ο τίτλος του Hans-Hermann Hoppe ακούγεται σχεδόν ως πρόκληση προς την ίδια την ιστορική εμπειρία. Ιδίως στην Ελλάδα, όπου η λέξη κουβαλά το βάρος τόσο μιας αρχαίας κληρονομιάς όσο και πολύ πιο πρόσφατων αγώνων, δεν είναι εύκολο να τη δει κανείς στη θέση του κατηγορουμένου.

Αυτή η αρχική δυσφορία είναι κατανοητή. Δεν είναι, όμως, καλός λόγος για να κλείσουμε το βιβλίο. Οι πολιτικές μας πεποιθήσεις αξίζουν περισσότερο όταν γνωρίζουμε τι μπορούν να αντέξουν· όταν τις έχουμε εκθέσει στην ισχυρότερη αντίρρηση, όχι μόνο στην πιο βολική. Ο Hans-Hermann Hoppe προσφέρει μια αντίρρηση που δύσκολα μπορεί να ενσωματωθεί στις συνηθισμένες συζητήσεις περί «καλύτερης δημοκρατίας». Δεν ζητεί απλώς εντιμότερους πολιτικούς, αποτελεσματικότερη διοίκηση ή περισσότερο υπεύθυνους ψηφοφόρους. Αμφισβητεί την πεποίθηση ότι η εκλογή των κυβερνώντων αρκεί για να θεμελιώσει το δικαίωμά τους να κυβερνούν.

Το ερώτημά του μπορεί να διατυπωθεί χωρίς τεχνικούς όρους: τι ακριβώς αλλάζει στην εξουσία όταν εκείνος που την ασκεί έχει εκλεγεί; Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ανέλαβε το αξίωμά του, ασφαλώς. Αλλάζουν οι δυνατότητες ελέγχου και απομάκρυνσής του. Σημαίνει όμως αυτό ότι κάθε πράξη του αποκτά ηθική νομιμοποίηση; Και ο πολίτης που διαφωνεί, που καταψηφίζει ή που απέχει, με ποια έννοια έχει συναινέσει σε όσα αποφασίζονται στο όνομά του;

Η απόσταση ανάμεσα στη συμμετοχή και τη συγκατάθεση βρίσκεται στην καρδιά του έργου. Στη δημόσια ζωή έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για τις αποφάσεις του κράτους σε πρώτο πληθυντικό: αποφασίζουμε, δανειζόμαστε, δαπανούμε. Η γλώσσα αυτή εκφράζει ένα αίσθημα κοινής πολιτικής ευθύνης, αλλά μπορεί επίσης να κρύβει ποιος αποφασίζει, ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει. Ο Hans-Hermann Hoppe επιμένει να επαναφέρει αυτές τις διακρίσεις. Δεν δέχεται ότι η συλλογική ονομασία αρκεί για να εξαφανίσει τη διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που επιβάλλει μια απόφαση και σε εκείνον που είναι υποχρεωμένος να την υποστεί.

Η αφετηρία του είναι η ριζοσπαστική παράδοση του ελευθερισμού του Ludwig von Mises και, κυρίως, του Murray Rothbard. Σε αυτήν την παράδοση, η ελευθερία δεν ορίζεται πρωτίστως ως μερίδιο στην πολιτική εξουσία. Ορίζεται ως προστασία του προσώπου και της δικαιωματικά αποκτημένης περιουσίας του από την επιθετική επέμβαση άλλων. Από εδώ προκύπτει η δυσπιστία του Hans-Hermann Hoppe απέναντι στο κράτος, ανεξαρτήτως πολιτεύματος: ένας θεσμός που επιβάλλει τη χρηματοδότησή του και διατηρεί την τελική δικαιοδοσία μέσα σε μια επικράτεια δεν μετατρέπεται σε εθελούσια ένωση επειδή οι διαχειριστές του αναδεικνύονται με ψηφοφορία.

Η πιο γνωστή ανάπτυξη αυτής της θέσης είναι και εκείνη που προκαλεί τις περισσότερες αντιδράσεις: η σύγκριση μοναρχίας και δημοκρατίας. Ο Hans-Hermann Hoppe προτείνει να τις εξετάσουμε με βάση τον διαφορετικό χρονικό ορίζοντα των κυβερνώντων. Ο κληρονομικός μονάρχης αντιμετωπίζει, στο υπόδειγμά του, την επικράτεια ως περιουσιακό στοιχείο από το οποίο αντλεί εισόδημα και το οποίο προσδοκά να μεταβιβάσει στους διαδόχους του. Ο δημοκρατικός πολιτικός έχει στη διάθεσή του μια προσωρινή θέση διαχείρισης. Μπορεί να χρησιμοποιήσει τους πόρους που ελέγχει όσο βρίσκεται στην εξουσία, χωρίς να έχει την ίδια σχέση με τη μακροχρόνια αξία τους.

Δεν χρειάζεται, για να λειτουργήσει το επιχείρημα, ο βασιλιάς να είναι σοφός και ο αιρετός ανήθικος. Το βάρος πέφτει στα κίνητρα, όχι στους χαρακτήρες. Ένας άνθρωπος που περιμένει να παραδώσει κάτι στα παιδιά του έχει διαφορετικούς λόγους να το διατηρήσει από έναν άνθρωπο του οποίου η πρόσβαση σε αυτό λήγει σύντομα. Ο Hans-Hermann Hoppe μεταφέρει αυτή τη συλλογιστική στην πολιτική και εξετάζει τις συνέπειές της για τη φορολογία, τον δανεισμό και τη χρήση του δημόσιου πλούτου.

Εδώ αποκτά σημασία η έννοια της χρονικής προτίμησης: πόσο μεγαλύτερο βάρος δίνουμε σε μια ικανοποίηση σήμερα σε σχέση με μια ικανοποίηση στο μέλλον. Η έννοια μπορεί να φαίνεται αφηρημένη, αλλά οι πολιτικές της εκφράσεις είναι οικείες. Μια κυβέρνηση απολαμβάνει το όφελος μιας παροχής τώρα, ενώ μέρος του κόστους της μεταφέρεται σε επόμενες κυβερνήσεις και γενιές. Ένας πολίτης που δεν αισθάνεται ασφαλής για όσα αποταμιεύει έχει λιγότερους λόγους να στερηθεί στο παρόν. Κατά τον Hans-Hermann Hoppe, οι θεσμοί μπορούν να ενθαρρύνουν ή να διαβρώσουν την υπομονή που απαιτεί η δημιουργία πλούτου και η διατήρηση μιας κοινωνίας στον χρόνο.

Η συλλογιστική έχει δύναμη. Δεν αποτελεί, ωστόσο, από μόνη της ιστορική απόδειξη. Οι μοναρχίες γνώρισαν σπατάλες, πολέμους και λεηλασία των υπηκόων τους· οι δημοκρατίες έχουν κατορθώσει, υπό ορισμένες συνθήκες, να δημιουργήσουν ανθεκτικούς περιορισμούς στην κυβερνητική αυθαιρεσία. Ανάμεσα σε ένα υπόδειγμα κινήτρων και στην πραγματική πορεία μιας κοινωνίας παρεμβάλλονται νόμοι, έθιμα, συγκρούσεις, διοικητικές παραδόσεις και απρόβλεπτα γεγονότα. Ο προσεκτικός αναγνώστης χρειάζεται να κρατήσει αυτή την απόσταση ανοιχτή. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι ο Hans-Hermann Hoppe εντοπίζει έναν ουσιώδη μηχανισμό χωρίς να δεχθεί ότι ο μηχανισμός αυτός εξηγεί τα πάντα.

Θα ήταν επίσης λάθος να διαβάσει το βιβλίο ως νοσταλγία για την παλινόρθωση των βασιλέων. Η μοναρχία δεν είναι ο τελικός προορισμός του. Παραμένει και αυτή μια μορφή κρατικού εξαναγκασμού. Εκείνο που ο Hans-Hermann Hoppe θέλει να καταστήσει νοητό είναι μια κοινωνική τάξη χωρίς κρατικό μονοπώλιο, όπου η προστασία, η διαιτησία και η επίλυση διαφορών θα στηρίζονται σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και σε ανταγωνιστικούς φορείς.

Στο σημείο αυτό, η κριτική γίνεται θεσμική πρόταση και αναλαμβάνει ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος απόδειξης. Είναι άλλο να δείχνει κανείς γιατί το κράτος αποτυγχάνει και άλλο να δείχνει πώς θα λειτουργούσε μια καλύτερη εναλλακτική. Πώς θα αποτρεπόταν η μετατροπή ενός ισχυρού οργανισμού προστασίας σε νέο δυνάστη; Πώς θα εξασφαλιζόταν η πρόσβαση του φτωχότερου ανθρώπου στη δικαιοσύνη; Τι θα συνέβαινε όταν οι τίτλοι ιδιοκτησίας, πάνω στους οποίους στηρίζεται ολόκληρη η κατασκευή, προέρχονται από παλαιότερες κατακτήσεις ή απαλλοτριώσεις; Αυτές οι δυσκολίες δεν ακυρώνουν εκ των προτέρων την πρόταση. Δεν επιτρέπουν όμως και να θεωρήσουμε ότι η απουσία κράτους συνεπάγεται αυτομάτως την απουσία καταπίεσης.

Ανάλογη προσοχή απαιτούν οι σελίδες για τη μετανάστευση, τις συμβατικές κοινότητες και τον αποκλεισμό. Εδώ η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας συναντά τον έντονο κοινωνικό συντηρητισμό του συγγραφέα. Το δικαίωμα των ανθρώπων να επιλέγουν με ποιους θα συμβιώσουν είναι σημαντικό· εξίσου σημαντικό είναι να εξετάζεται τι συμβαίνει σε εκείνον που διαφωνεί, που αποκλείεται ή που δεν έχει πραγματική δυνατότητα να φύγει. Μια θεωρία της ελευθερίας κρίνεται και από τη θέση που επιφυλάσσει σε αυτούς τους ανθρώπους, όχι μόνο από την αυτονομία που προσφέρει στους ιδρυτές μιας κοινότητας.

Ούτε, πάντως, η δημοκρατική απάντηση μπορεί να εξαντληθεί στην υπενθύμιση των δυσκολιών του αντιπάλου. Η δυνατότητα ειρηνικής αντικατάστασης μιας κυβέρνησης είναι σπουδαία κατάκτηση. Δεν αποτελεί λευκή επιταγή για όσα μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση στο μεταξύ. Τα ατομικά δικαιώματα, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και οι συνταγματικοί περιορισμοί έχουν αξία ακριβώς επειδή αναγνωρίζουν ότι ακόμη και μια πλειοψηφία μπορεί να αδικήσει. Ο Hans-Hermann Hoppe πιέζει αυτή την παραδοχή μέχρι το σημείο όπου ο δημοκρατικός αναγνώστης οφείλει να εξηγήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τι υπερασπίζεται: την αρχή της πλειοψηφίας, τους περιορισμούς της ή τη δύσκολη συνύπαρξή τους.

Ίσως εκεί βρίσκεται η διαρκέστερη χρησιμότητα του βιβλίου. Μας αναγκάζει να γίνουμε ακριβέστεροι. Να μη χρησιμοποιούμε τη λέξη «δημοκρατία» σαν να λύνει κάθε ζήτημα δικαιοσύνης, αλλά και τη λέξη «ιδιοκτησία» σαν να λύνει κάθε ζήτημα εξουσίας. Να ξεχωρίζουμε την ηθική αρχή από την ιστορική υπόθεση και την εύστοχη κριτική από την επαρκώς θεμελιωμένη λύση. Το ίδιο μέτρο πρέπει να ισχύσει και για τον συγγραφέα: η τόλμη μιας θέσης δεν εγγυάται την αλήθεια της, όπως και η ενόχληση που προκαλεί δεν αποδεικνύει το σφάλμα της.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να ανοίξει κανείς αυτό το βιβλίο έτοιμος να αλλάξει στρατόπεδο. Αρκεί να είναι διατεθειμένος να μη διαβάσει μόνο για να επιβεβαιωθεί. Θα συναντήσει επιχειρήματα που αξίζουν σοβαρή εξέταση, κρίσεις που επιδέχονται ισχυρή αντίκρουση και προτάσεις των οποίων οι συνέπειες χρειάζονται προσεκτικό έλεγχο. Αν στο τέλος εξακολουθεί να υπερασπίζεται τη δημοκρατία, θα έχει λόγο να γνωρίζει καλύτερα γιατί και μέχρι πού.

Ο τίτλος υπόσχεται μια αποκαθήλωση. Η ανάγνωση μπορεί να προσφέρει κάτι πιο χρήσιμο από την αντικατάσταση μιας πολιτικής πίστης με μια άλλη: την επίγνωση ότι κανένας τρόπος ανάδειξης της εξουσίας δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη να ελέγχουμε την άσκησή της, ακόμη και όταν η εξουσία μιλά τη γλώσσα μας, επικαλείται τις αξίες μας και ενεργεί στο όνομά μας.

Πραξεολόγος

Εισαγωγή

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελεί μία από τις μεγάλες τομές της σύγχρονης ιστορίας. Με τη λήξη του ολοκληρώθηκε ο μετασχηματισμός ολόκληρου του δυτικού κόσμου από τη μοναρχική διακυβέρνηση και τους κυρίαρχους βασιλείς στη δημοκρατική-ρεπουμπλικανική διακυβέρνηση και στους κυρίαρχους λαούς, ο οποίος είχε αρχίσει με τη Γαλλική Επανάσταση. Μέχρι το 1914, στην Ευρώπη υπήρχαν μόνο τρεις αβασίλευτες δημοκρατίες —η Γαλλία, η Ελβετία και, μετά το 1911, η Πορτογαλία— και, από όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές μοναρχίες, μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινοβουλευτικό σύστημα, δηλαδή σύστημα στο οποίο η ανώτατη εξουσία ανήκε σε εκλεγμένο κοινοβούλιο. Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εισέλθει στον ευρωπαϊκό πόλεμο και είχαν καθορίσει αποφασιστικά την έκβασή του, οι μοναρχίες είχαν σχεδόν εξαφανιστεί και η Ευρώπη, μαζί με ολόκληρο τον κόσμο, είχε εισέλθει στην εποχή του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού.

Στην Ευρώπη, οι στρατιωτικά ηττημένοι Romanovs, Hohenzollerns και Habsburgs αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον θρόνο ή να παραιτηθούν, και η Ρωσία, η Γερμανία και η Αυστρία έγιναν αβασίλευτες δημοκρατίες με καθολικό δικαίωμα ψήφου —για άνδρες και γυναίκες— και κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις. Ομοίως, όλα τα νεοσύστατα διάδοχα κράτη, με μόνη εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία, υιοθέτησαν δημοκρατικά-ρεπουμπλικανικά συντάγματα. Στην Τουρκία και στην Ελλάδα οι μοναρχίες ανατράπηκαν. Ακόμη και εκεί όπου οι μοναρχίες εξακολούθησαν να υφίστανται ονομαστικά, όπως στη Μεγάλη Βρετανία, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στις Κάτω Χώρες και στις σκανδιναβικές χώρες, οι μονάρχες δεν ασκούσαν πλέον καμία κυβερνητική εξουσία. Καθιερώθηκε καθολικό δικαίωμα ψήφου για τους ενηλίκους και ολόκληρη η κυβερνητική εξουσία περιήλθε στα κοινοβούλια και στους «δημόσιους» αξιωματούχους.

Ο κοσμοϊστορικός μετασχηματισμός από το Παλαιό Καθεστώς των βασιλικών ή πριγκιπικών ηγεμόνων στη νέα δημοκρατική-ρεπουμπλικανική εποχή των κυβερνητών που εκλέγονται ή επιλέγονται από τον λαό μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί ως μετάβαση από την Αυστρία και το αυστριακό πρότυπο στην Αμερική και στο αμερικανικό πρότυπο. Αυτό ισχύει για διάφορους λόγους. Πρώτον, η Αυστρία ξεκίνησε τον πόλεμο και η Αμερική τον τερμάτισε. Η Αυστρία έχασε και η Αμερική κέρδισε. Η Αυστρία κυβερνιόταν από έναν μονάρχη —τον αυτοκράτορα Franz Joseph— και η Αμερική από έναν δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο —τον καθηγητή Woodrow Wilson. Σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν ένας παραδοσιακός πόλεμος που διεξαγόταν για περιορισμένους εδαφικούς στόχους, αλλά ένας ιδεολογικός πόλεμος· και η Αυστρία και η Αμερική ήταν αντίστοιχα —και έτσι τις αντιλαμβάνονταν οι αντιμαχόμενες πλευρές— οι δύο χώρες που ενσάρκωναν σαφέστερα τις συγκρουόμενες ιδέες.[^1]

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε ως μια εδαφική διαμάχη παλαιού τύπου. Ωστόσο, με την πρώιμη εμπλοκή και την τελική επίσημη είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο τον Απρίλιο του 1917, απέκτησε νέα ιδεολογική διάσταση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ιδρυθεί ως αβασίλευτη δημοκρατία και η δημοκρατική αρχή, εγγενής στην ιδέα της αβασίλευτης πολιτείας, είχε μόλις πρόσφατα επικρατήσει ως αποτέλεσμα της βίαιης ήττας και καταστροφής της αποσχιστικής Συνομοσπονδίας από τη συγκεντρωτική κυβέρνηση της Ένωσης. Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή η θριαμβεύουσα ιδεολογία ενός επεκτατικού δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού είχε βρει την ίδια της την προσωποποίηση στον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Wilson. Υπό την προεδρία του Wilson, ο ευρωπαϊκός πόλεμος μετατράπηκε σε ιδεολογική αποστολή — να καταστεί ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία και απαλλαγμένος από δυναστικούς ηγεμόνες. Όταν, τον Μάρτιο του 1917, ο σύμμαχος των ΗΠΑ τσάρος Nicholas II εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο και εγκαθιδρύθηκε στη Ρωσία νέα δημοκρατική-ρεπουμπλικανική κυβέρνηση υπό τον Kerenski, ο Wilson ενθουσιάστηκε. Με τον τσάρο εκτός εξουσίας, ο πόλεμος είχε επιτέλους μετατραπεί σε αμιγώς ιδεολογική σύγκρουση: του καλού εναντίον του κακού. Ο Wilson και οι στενότεροι σύμβουλοί του στην εξωτερική πολιτική, George D. Herron και συνταγματάρχης House, αντιπαθούσαν τη Γερμανία του κάιζερ, της αριστοκρατίας και της στρατιωτικής ελίτ. Την Αυστρία, όμως, τη μισούσαν. Όπως περιέγραψε ο Erik von Kuehnelt-Leddihn τις απόψεις του Wilson και της αμερικανικής Αριστεράς:

Η Αυστρία ήταν πολύ πιο μοχθηρή από τη Γερμανία. Η ύπαρξή της αντέβαινε στην αρχή του εθνικού κράτους του Mazzini· είχε κληρονομήσει πολλές παραδόσεις και σύμβολα από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία —τον δικέφαλο αετό, τα μαύρα και χρυσά χρώματα κ.λπ.· η δυναστεία της είχε κάποτε κυβερνήσει την Ισπανία, ακόμη ένα αντικείμενο αποστροφής· είχε ηγηθεί της Αντιμεταρρύθμισης, είχε τεθεί επικεφαλής της Ιεράς Συμμαχίας, είχε πολεμήσει το Risorgimento, είχε καταστείλει την εξέγερση των Μαγυάρων υπό τον Kossuth, στον οποίο είχε ανεγερθεί μνημείο στη Νέα Υόρκη, και είχε υποστηρίξει ηθικά το μοναρχικό πείραμα στο Μεξικό. Habsburg — και μόνο το όνομα ανακαλούσε μνήμες του ρωμαιοκαθολικισμού, της Αρμάδας, της Ιεράς Εξέτασης, του Metternich, του Lafayette φυλακισμένου στο Όλμιτς και του Silvio Pellico στο φρούριο Σπίλμπεργκ του Μπρνο. Ένα τέτοιο κράτος έπρεπε να συντριβεί, μια τέτοια δυναστεία έπρεπε να εξαφανιστεί.[^2]

Ως σύγκρουση με ολοένα εντονότερα ιδεολογικά κίνητρα, ο πόλεμος εκφυλίστηκε γρήγορα σε ολοκληρωτικό πόλεμο. Παντού, ολόκληρη η εθνική οικονομία στρατιωτικοποιήθηκε —πολεμικός σοσιαλισμός—[^3] και η από παλιά καθιερωμένη διάκριση μεταξύ μαχητών και αμάχων, καθώς και μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής ζωής, εγκαταλείφθηκε. Γι’ αυτό ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε πολύ περισσότερα θύματα μεταξύ των αμάχων —θύματα ασιτίας και ασθενειών— από όσους στρατιώτες σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Επιπλέον, λόγω του ιδεολογικού χαρακτήρα του πολέμου, στο τέλος του δεν ήταν δυνατή μια συμβιβαστική ειρήνη, αλλά μόνο η πλήρης παράδοση, η ταπείνωση και η τιμωρία. Η Γερμανία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη μοναρχία της και η Αλσατία-Λωρραίνη επιστράφηκε στη Γαλλία, όπως πριν από τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870–1871. Η νέα γερμανική δημοκρατία επιβαρύνθηκε με βαριές, μακροχρόνιες αποζημιώσεις. Η Γερμανία αποστρατιωτικοποιήθηκε, το γερμανικό Σάαρ καταλήφθηκε από τους Γάλλους και, στα ανατολικά, μεγάλες εκτάσεις έπρεπε να παραχωρηθούν στην Πολωνία —η Δυτική Πρωσία και η Σιλεσία. Ωστόσο, η Γερμανία δεν διαμελίστηκε και δεν καταστράφηκε. Ο Wilson είχε επιφυλάξει αυτή τη μοίρα για την Αυστρία. Με την εκθρόνιση των Habsburgs, ολόκληρη η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία διαμελίστηκε. Ως επιστέγασμα της εξωτερικής πολιτικής του Wilson, δύο νέα και τεχνητά κράτη, η Τσεχοσλοβακία και η Γιουγκοσλαβία, δημιουργήθηκαν από εδάφη της πρώην Αυτοκρατορίας. Η ίδια η Αυστρία, επί αιώνες μία από τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, περιορίστηκε στον μικρό γερμανόφωνο πυρήνα της· και, ως ακόμη μία κληρονομιά του Wilson, η μικροσκοπική Αυστρία εξαναγκάστηκε να παραχωρήσει στην Ιταλία την εξ ολοκλήρου γερμανική επαρχία της του Νότιου Τιρόλου, που εκτεινόταν μέχρι το πέρασμα του Μπρένερ.

Από το 1918, η Αυστρία έχει εξαφανιστεί από τον χάρτη της διεθνούς πολιτικής ισχύος. Αντιθέτως, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν σε ηγετική δύναμη του κόσμου. Η αμερικανική εποχή —η *pax Americana*— είχε αρχίσει. Η αρχή του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού είχε θριαμβεύσει. Έμελλε να θριαμβεύσει ξανά με τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ακόμη μία φορά, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Για ορισμένους σύγχρονους παρατηρητές, το «Τέλος της Ιστορίας» έχει επέλθει. Η αμερικανική ιδέα της καθολικής και παγκόσμιας δημοκρατίας έχει επιτέλους βρει την πλήρη πραγμάτωσή της.[^4]

Στο μεταξύ, η Αυστρία των Habsburg και η κατεξοχήν προδημοκρατική αυστριακή εμπειρία απέκτησαν απλώς ιστορικό ενδιαφέρον. Βεβαίως, δεν ήταν ότι η Αυστρία δεν είχε τύχει αναγνώρισης. Ακόμη και διανοούμενοι και καλλιτέχνες δημοκρατικών πεποιθήσεων, από κάθε πεδίο πνευματικής και πολιτιστικής δραστηριότητας, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την τεράστια παραγωγικότητα του αυστροουγγρικού και ιδίως του βιεννέζικου πολιτισμού. Πράγματι, ο κατάλογος των μεγάλων ονομάτων που συνδέονται με τη Βιέννη των τελών του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα μοιάζει ατελείωτος.[^5] Σπανίως, όμως, αυτή η τεράστια πνευματική και πολιτιστική παραγωγικότητα συνδέθηκε συστηματικά με την προδημοκρατική παράδοση της μοναρχίας των Habsburg. Αντιθέτως, όταν δεν θεωρήθηκε απλή σύμπτωση, η παραγωγικότητα του αυστριακού-βιεννέζικου πολιτισμού παρουσιάστηκε, κατά τρόπο «πολιτικά ορθό», ως απόδειξη των θετικών συνεργειών μιας πολυεθνικής κοινωνίας και της πολυπολιτισμικότητας.[^6]

Ωστόσο, στα τέλη του εικοστού αιώνα συσσωρεύονται ολοένα περισσότερες ενδείξεις ότι, αντί να σηματοδοτεί το τέλος της ιστορίας, το ίδιο το αμερικανικό σύστημα βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ή τις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα πραγματικά εισοδήματα από μισθούς στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Δυτική Ευρώπη έχουν παραμείνει στάσιμα ή ακόμη και μειωθεί. Ιδίως στη Δυτική Ευρώπη, τα ποσοστά ανεργίας αυξάνονται σταθερά και σήμερα υπερβαίνουν το 10%. Το δημόσιο χρέος έχει ανέλθει παντού σε αστρονομικά ύψη, υπερβαίνοντας σε πολλές περιπτώσεις το ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν μιας χώρας. Ομοίως, τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης παντού βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας ή κοντά σε αυτά. Επιπλέον, η κατάρρευση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας αντιπροσώπευε όχι τόσο έναν θρίαμβο της δημοκρατίας όσο τη χρεοκοπία της ιδέας του σοσιαλισμού και περιείχε επίσης μια καταδίκη του αμερικανικού, δυτικού συστήματος δημοκρατικού —αντί δικτατορικού— σοσιαλισμού. Επιπροσθέτως, σε ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο αυξάνονται οι εθνικοί, εθνοτικοί και πολιτισμικοί διχασμοί, οι διαχωριστικές τάσεις και τα αποσχιστικά κινήματα. Τα πολυπολιτισμικά δημοκρατικά δημιουργήματα του Wilson, η Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία, έχουν διαλυθεί. Στις ΗΠΑ, λιγότερο από έναν αιώνα πλήρως ανεπτυγμένης δημοκρατίας ακολούθησαν διαρκώς αυξανόμενος ηθικός εκφυλισμός, οικογενειακή και κοινωνική αποσύνθεση και πολιτισμική παρακμή, με τη μορφή συνεχώς αυξανόμενων ποσοστών διαζυγίων, γεννήσεων εκτός γάμου, αμβλώσεων και εγκληματικότητας. Ως αποτέλεσμα ενός διαρκώς διευρυνόμενου συνόλου νόμων κατά των διακρίσεων —νόμων «θετικής δράσης»— και μεταναστευτικών πολιτικών χωρίς διακρίσεις, πολυπολιτισμικών και εξισωτικών, κάθε γωνιά της αμερικανικής κοινωνίας επηρεάζεται από την αναγκαστική ενσωμάτωση· κατά συνέπεια, οι κοινωνικές συγκρούσεις και οι φυλετικές, εθνοτικές και ηθικοπολιτισμικές εντάσεις και εχθρότητες έχουν αυξηθεί δραματικά.

Υπό το φως αυτών των απογοητευτικών εμπειριών, επανεμφανίστηκαν θεμελιώδεις αμφιβολίες σχετικά με τις αρετές του αμερικανικού συστήματος. Τι θα είχε συμβεί, τίθεται ξανά το ερώτημα, αν ο Woodrow Wilson, τηρώντας την υπόσχεσή του κατά την εκστρατεία επανεκλογής του, είχε κρατήσει τις ΗΠΑ έξω από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο; Λόγω του αντιπραγματικού χαρακτήρα της, η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν μπορεί ποτέ να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί εμπειρικά. Ωστόσο, αυτό δεν καθιστά το ερώτημα άνευ νοήματος ούτε την απάντηση αυθαίρετη. Αντιθέτως, βάσει της κατανόησης των πραγματικών ιστορικών γεγονότων και των εμπλεκόμενων προσωπικοτήτων, το ερώτημα για την πιθανότερη εναλλακτική πορεία της ιστορίας μπορεί να απαντηθεί λεπτομερώς και με σημαντική βεβαιότητα.[^7]

Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ακολουθήσει αυστηρά μη παρεμβατική εξωτερική πολιτική, είναι πιθανό η ενδοευρωπαϊκή σύγκρουση να είχε τερματιστεί στα τέλη του 1916 ή στις αρχές του 1917 ως αποτέλεσμα διαφόρων ειρηνευτικών πρωτοβουλιών, κυρίως εκείνων του Αυστριακού αυτοκράτορα Charles I. Επιπλέον, ο πόλεμος θα είχε λήξει με μια αμοιβαία αποδεκτή συμβιβαστική ειρήνη που θα διαφύλασσε το κύρος των εμπλεκομένων, αντί για την επιβολή όρων που πράγματι συνέβη. Κατά συνέπεια, η Αυστροουγγαρία, η Γερμανία και η Ρωσία θα είχαν παραμείνει παραδοσιακές μοναρχίες, αντί να μετατραπούν σε βραχύβιες αβασίλευτες δημοκρατίες. Με έναν Ρώσο τσάρο και έναν Γερμανό και έναν Αυστριακό αυτοκράτορα στη θέση τους, θα ήταν σχεδόν αδύνατον να καταλάβουν οι Μπολσεβίκοι την εξουσία στη Ρωσία και, ως αντίδραση στην αυξανόμενη κομμουνιστική απειλή στη Δυτική Ευρώπη, να πράξουν το ίδιο οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές στην Ιταλία και στη Γερμανία.[^8] Εκατομμύρια θύματα του κομμουνισμού, του εθνικοσοσιαλισμού και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου θα είχαν σωθεί. Η έκταση της κρατικής παρέμβασης και του ελέγχου στην ιδιωτική οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δυτικής Ευρώπης δεν θα είχε φτάσει ποτέ στα σημερινά επίπεδα. Και αντί η Κεντρική και η Ανατολική Ευρώπη —και, κατά συνέπεια, ο μισός πλανήτης— να περιέλθουν σε κομμουνιστικά χέρια και επί περισσότερα από σαράντα χρόνια να λεηλατούνται, να καταστρέφονται και να απομονώνονται βίαια από τις δυτικές αγορές, ολόκληρη η Ευρώπη και ολόκληρος ο κόσμος θα είχαν παραμείνει οικονομικά ενσωματωμένοι, όπως τον δέκατο ένατο αιώνα, σε ένα παγκόσμιο σύστημα καταμερισμού της εργασίας και συνεργασίας. Το παγκόσμιο βιοτικό επίπεδο θα είχε ανέλθει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από εκείνα στα οποία πράγματι έφτασε.

Με φόντο αυτό το νοητικό πείραμα και την πραγματική πορεία των γεγονότων, το αμερικανικό σύστημα και η *pax Americana* εμφανίζονται —σε αντίθεση με την «επίσημη» ιστορία, η οποία γράφεται πάντοτε από τους νικητές της, δηλαδή από τη σκοπιά των υποστηρικτών της δημοκρατίας— ως τίποτε λιγότερο από ολοκληρωτική καταστροφή· ενώ η Αυστρία των Habsburg και η προδημοκρατική εποχή εμφανίζονται εξαιρετικά ελκυστικές.[^9] Ασφαλώς, λοιπόν, θα άξιζε να εξετάσουμε συστηματικά την ιστορική μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία.

Μολονότι η ιστορία θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, όσα ακολουθούν δεν είναι έργο ιστορικού, αλλά πολιτικού οικονομολόγου και φιλοσόφου. Δεν παρουσιάζονται νέα ή άγνωστα δεδομένα. Αντιθέτως, στον βαθμό που διατυπώνεται αξίωση πρωτοτυπίας, αυτή συνίσταται στο ότι οι ακόλουθες μελέτες περιέχουν νέες και ασυνήθιστες ερμηνείες γενικώς γνωστών και αποδεκτών γεγονότων· επιπλέον, στο ότι η ερμηνεία των γεγονότων, και όχι τα ίδια τα γεγονότα, είναι εκείνη που βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του επιστήμονα και αποτελεί αντικείμενο των περισσότερων αντιπαραθέσεων και συζητήσεων. Μπορεί κανείς, για παράδειγμα, να συμφωνήσει εύκολα ότι στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα το μέσο βιοτικό επίπεδο, οι φορολογικοί συντελεστές και η έκταση των οικονομικών ρυθμίσεων ήταν συγκριτικά χαμηλά, ενώ στον εικοστό αιώνα το βιοτικό επίπεδο, οι φόροι και οι ρυθμίσεις ήταν υψηλά. Ήταν όμως υψηλότερο το βιοτικό επίπεδο του εικοστού αιώνα εξαιτίας των υψηλότερων φόρων και των περισσότερων ρυθμίσεων ή παρά τους υψηλότερους φόρους και τις περισσότερες ρυθμίσεις; Δηλαδή, θα ήταν ακόμη υψηλότερο το βιοτικό επίπεδο αν οι φόροι και οι ρυθμίσεις είχαν παραμείνει τόσο χαμηλά όσο ήταν τον δέκατο ένατο αιώνα; Ομοίως, μπορεί κανείς να συμφωνήσει εύκολα ότι οι κοινωνικές παροχές και τα ποσοστά εγκληματικότητας ήταν χαμηλά κατά τη δεκαετία του 1950 και ότι σήμερα και τα δύο είναι συγκριτικά υψηλά. Αυξήθηκε όμως η εγκληματικότητα εξαιτίας των αυξημένων κοινωνικών παροχών ή παρά την αύξησή τους, ή μήπως η εγκληματικότητα και οι κοινωνικές παροχές δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους και η σχέση των δύο φαινομένων είναι απλώς συμπτωματική; Τα γεγονότα δεν απαντούν σε τέτοια ερωτήματα και καμία ποσότητα στατιστικής επεξεργασίας των δεδομένων δεν μπορεί να αλλάξει αυτό το γεγονός. Τα ιστορικά δεδομένα είναι λογικά συμβατά με οποιαδήποτε από αυτές τις ανταγωνιστικές ερμηνείες και οι ιστορικοί, στον βαθμό που είναι μόνο ιστορικοί, δεν διαθέτουν τρόπο να αποφανθούν υπέρ της μίας ή της άλλης.

Αν πρόκειται να επιλέξει κανείς ορθολογικά μεταξύ τέτοιων ανταγωνιστικών και ασύμβατων ερμηνειών, αυτό είναι δυνατόν μόνο αν έχει στη διάθεσή του μια θεωρία, ή τουλάχιστον μια θεωρητική πρόταση, της οποίας η εγκυρότητα δεν εξαρτάται από την ιστορική εμπειρία, αλλά μπορεί να θεμελιωθεί *a priori*, δηλαδή άπαξ διά παντός μέσω της νοητικής σύλληψης ή κατανόησης της φύσης των πραγμάτων. Σε ορισμένους κύκλους, αυτού του είδους η θεωρία χαίρει μικρής εκτίμησης· και ορισμένοι φιλόσοφοι, ιδίως της εμπειριστικής-θετικιστικής κατεύθυνσης, έχουν αποκλείσει ως ανεπίτρεπτη ή ακόμη και αδύνατη κάθε τέτοια θεωρία. Το παρόν δεν είναι φιλοσοφική πραγματεία αφιερωμένη στη συζήτηση ζητημάτων επιστημολογίας και οντολογίας. Εδώ και στη συνέχεια δεν επιθυμώ να ανασκευάσω άμεσα την εμπειριστική-θετικιστική θέση ότι δεν υπάρχει *a priori* θεωρία, δηλαδή προτάσεις που διατυπώνουν κάτι για την πραγματικότητα και μπορούν να θεμελιωθούν ανεξάρτητα από την έκβαση οποιασδήποτε μελλοντικής εμπειρίας.[^10] Είναι, ωστόσο, σκόπιμο να αναγνωρίσω εξαρχής ότι θεωρώ αυτή τη θέση —και μάλιστα ολόκληρο το εμπειριστικό-θετικιστικό ερευνητικό πρόγραμμα, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των εξισωτικών αρχών της δημοκρατίας στο πεδίο της γνώσης και της έρευνας και το οποίο, ως εκ τούτου, κυριάρχησε ιδεολογικά κατά το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα— θεμελιωδώς εσφαλμένη και πλήρως ανασκευασμένη.[^11] Εδώ αρκεί να παρουσιάσω μερικά μόνο παραδείγματα του τι εννοείται ως *a priori* θεωρία —και ιδίως να παραθέσω ορισμένα τέτοια παραδείγματα από το πεδίο των κοινωνικών επιστημών— ώστε να διαλύσω κάθε ενδεχόμενη επιφύλαξη και να καταδείξω ότι η θεωρητική μου προσέγγιση είναι διαισθητικά εύλογη και σύμφωνη με την κοινή λογική.[^12]

Παραδείγματα αυτού που εννοώ ως *a priori* θεωρία είναι τα εξής: Κανένα υλικό πράγμα δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε δύο τόπους. Δύο αντικείμενα δεν μπορούν να καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο. Η ευθεία είναι η συντομότερη γραμμή μεταξύ δύο σημείων. Δύο ευθείες δεν μπορούν να περικλείουν χώρο. Όποιο αντικείμενο είναι εξ ολοκλήρου κόκκινο δεν μπορεί να είναι εξ ολοκλήρου πράσινο, μπλε, κίτρινο κ.λπ. Κάθε αντικείμενο που έχει χρώμα έχει επίσης έκταση. Κάθε αντικείμενο που έχει σχήμα έχει επίσης μέγεθος. Αν το Α αποτελεί μέρος του Β και το Β αποτελεί μέρος του Γ, τότε το Α αποτελεί μέρος του Γ. 4=3+1. 6=2(33-30). Κατά τρόπο ελάχιστα πειστικό, οι εμπειριστές είναι υποχρεωμένοι να υποβαθμίζουν τέτοιες προτάσεις σε απλές γλωσσικές-συντακτικές συμβάσεις χωρίς εμπειρικό περιεχόμενο, δηλαδή σε «κενές» ταυτολογίες. Σε αντίθεση με αυτή την άποψη και σύμφωνα με την κοινή λογική, αντιλαμβάνομαι τις ίδιες προτάσεις ως διατυπώσεις ορισμένων απλών αλλά θεμελιωδών αληθειών για τη δομή της πραγματικότητας. Και επίσης σύμφωνα με την κοινή λογική, θα θεωρούσα ότι βρίσκεται σε σύγχυση κάποιος που θα ήθελε να «ελέγξει» αυτές τις προτάσεις ή που θα ανέφερε «γεγονότα» τα οποία τις αντέκρουαν ή απέκλιναν από αυτές. Η *a priori* θεωρία υπερισχύει της εμπειρίας και τη διορθώνει —και η λογική υπερισχύει της παρατήρησης—, όχι το αντίστροφο.

Το σημαντικότερο είναι ότι παραδείγματα *a priori* θεωρίας αφθονούν και στις κοινωνικές επιστήμες, ιδίως στα πεδία της πολιτικής οικονομικής και της φιλοσοφίας: Η ανθρώπινη δράση είναι η σκόπιμη επιδίωξη σκοπών στους οποίους ο δρων αποδίδει αξία, με τη χρήση σπάνιων μέσων. Κανείς δεν μπορεί σκοπίμως να μη δρα. Κάθε δράση αποσκοπεί στη βελτίωση της υποκειμενικής ευημερίας του δρώντος σε σχέση με εκείνη που θα είχε διαφορετικά. Μια μεγαλύτερη ποσότητα ενός αγαθού αποτιμάται υψηλότερα από μια μικρότερη ποσότητα του ίδιου αγαθού. Η νωρίτερη ικανοποίηση προτιμάται από τη μεταγενέστερη. Η παραγωγή πρέπει να προηγείται της κατανάλωσης. Ό,τι καταναλώνεται τώρα δεν μπορεί να καταναλωθεί ξανά στο μέλλον. Αν μειωθεί η τιμή ενός αγαθού, θα αγοραστεί είτε η ίδια είτε μεγαλύτερη ποσότητα από όση θα αγοραζόταν διαφορετικά. Οι τιμές που καθορίζονται κάτω από τα επίπεδα εκκαθάρισης της αγοράς θα οδηγήσουν σε διαρκείς ελλείψεις. Χωρίς ιδιωτική ιδιοκτησία των συντελεστών παραγωγής δεν μπορούν να υπάρξουν τιμές συντελεστών και χωρίς τιμές συντελεστών ο λογιστικός υπολογισμός του κόστους είναι αδύνατος. Οι φόροι αποτελούν επιβάρυνση των παραγωγών και/ή των κατόχων πλούτου και μειώνουν την παραγωγή και/ή τον πλούτο κάτω από το επίπεδο στο οποίο θα βρίσκονταν διαφορετικά. Η διαπροσωπική σύγκρουση είναι δυνατή μόνο εφόσον και στον βαθμό που τα πράγματα είναι σπάνια. Κανένα πράγμα ή μέρος πράγματος δεν μπορεί να ανήκει αποκλειστικά σε περισσότερα από ένα πρόσωπα ταυτόχρονα. Η δημοκρατία, δηλαδή η διακυβέρνηση της πλειοψηφίας, είναι ασύμβατη με την ιδιωτική ιδιοκτησία, δηλαδή την ατομική κυριότητα και εξουσία. Καμία μορφή φορολογίας δεν μπορεί να είναι ομοιόμορφη, δηλαδή ίση· κάθε φορολογία συνεπάγεται τη δημιουργία δύο διακριτών και άνισων τάξεων: των φορολογουμένων, από τη μία πλευρά, και των αποδεκτών-καταναλωτών των φορολογικών εσόδων, από την άλλη. Η περιουσία και οι τίτλοι ιδιοκτησίας είναι διακριτές οντότητες και η αύξηση των δεύτερων χωρίς αντίστοιχη αύξηση της πρώτης δεν αυξάνει τον κοινωνικό πλούτο, αλλά οδηγεί σε αναδιανομή του υφιστάμενου πλούτου.

Για έναν εμπειριστή, τέτοιες προτάσεις πρέπει να ερμηνεύονται είτε ως διατυπώσεις που δεν δηλώνουν απολύτως τίποτε εμπειρικό και αποτελούν απλές συμβάσεις λόγου είτε ως υποθέσεις διαρκώς ελέγξιμες και προσωρινές. Για εμάς, όπως και για την κοινή λογική, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πράγματι, μας φαίνεται εντελώς ανειλικρινές να παρουσιάζονται αυτές οι προτάσεις ως στερούμενες εμπειρικού περιεχομένου. Είναι σαφές ότι δηλώνουν κάτι για «πραγματικά» πράγματα και γεγονότα! Και φαίνεται εξίσου ανειλικρινές να θεωρούνται υποθέσεις. Υποθετικές προτάσεις, όπως συνήθως νοούνται, είναι διατυπώσεις όπως οι ακόλουθες: Τα παιδιά προτιμούν τα McDonald’s από τα Burger King. Η παγκόσμια αναλογία δαπανών για βοδινό προς δαπάνες για χοιρινό είναι δύο προς ένα. Οι Γερμανοί προτιμούν την Ισπανία από την Ελλάδα ως προορισμό διακοπών. Η μεγαλύτερη διάρκεια εκπαίδευσης σε δημόσια σχολεία θα οδηγήσει σε υψηλότερους μισθούς. Ο όγκος των αγορών λίγο πριν από τα Χριστούγεννα υπερβαίνει εκείνον λίγο μετά τα Χριστούγεννα. Οι Καθολικοί ψηφίζουν κατά κύριο λόγο το «Δημοκρατικό Κόμμα». Οι Ιάπωνες αποταμιεύουν το ένα τέταρτο του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Οι Γερμανοί πίνουν περισσότερη μπίρα από τους Γάλλους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παράγουν περισσότερους υπολογιστές από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Οι περισσότεροι κάτοικοι των ΗΠΑ είναι λευκοί και ευρωπαϊκής καταγωγής. Τέτοιες προτάσεις απαιτούν συλλογή ιστορικών δεδομένων για να επιβεβαιωθούν. Και πρέπει να επανεκτιμώνται συνεχώς, επειδή οι σχέσεις που διατυπώνουν δεν είναι αναγκαίες αλλά «ενδεχομενικές»· δηλαδή, επειδή δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς αδύνατο, αδιανόητο ή προφανώς εσφαλμένο στην υπόθεση του αντιθέτου: για παράδειγμα, ότι τα παιδιά προτιμούν τα Burger King από τα McDonald’s ή οι Γερμανοί την Ελλάδα από την Ισπανία κ.ο.κ. Αυτό, ωστόσο, δεν ισχύει για τις προηγούμενες, θεωρητικές προτάσεις. Το να αρνείται κανείς αυτές τις προτάσεις και να υποθέτει, λόγου χάρη, ότι μια μικρότερη ποσότητα ενός αγαθού θα μπορούσε να προτιμάται από μια μεγαλύτερη ποσότητα του ίδιου αγαθού, ότι αυτό που καταναλώνεται τώρα θα μπορούσε ενδεχομένως να καταναλωθεί ξανά στο μέλλον ή ότι ο λογιστικός υπολογισμός του κόστους θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και χωρίς τιμές συντελεστών φαίνεται παράλογο· και όποιος επιδίδεται σε «εμπειρική έρευνα» και «ελέγχους» για να προσδιορίσει ποια από δύο τέτοιες αντιφατικές προτάσεις ισχύει και ποια όχι εμφανίζεται είτε ως ανόητος είτε ως απατεώνας.

Σύμφωνα με την προσέγγιση που υιοθετείται εδώ, θεωρητικές προτάσεις όπως εκείνες που μόλις παρατέθηκαν γίνονται αποδεκτές ως αυτό που προφανώς είναι: ως διατυπώσεις αναγκαίων γεγονότων και σχέσεων. Ως τέτοιες, μπορούν να αποσαφηνιστούν με ιστορικά δεδομένα, αλλά τα ιστορικά δεδομένα δεν μπορούν ούτε να τις θεμελιώσουν ούτε να τις ανασκευάσουν.[^13] Αντιθέτως. Ακόμη και αν η ιστορική εμπειρία είναι αναγκαία για να συλλάβουμε αρχικά μια θεωρητική αλήθεια, αυτή η αλήθεια αφορά γεγονότα και σχέσεις που εκτείνονται λογικά πέρα από οποιαδήποτε επιμέρους ιστορική εμπειρία και την υπερβαίνουν. Συνεπώς, μόλις συλληφθεί μια θεωρητική αλήθεια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σταθερό και μόνιμο κριτήριο «κριτικής», δηλαδή για τη διόρθωση, την αναθεώρηση και την απόρριψη, καθώς και για την αποδοχή, ιστορικών αναφορών και ερμηνειών. Για παράδειγμα, βάσει θεωρητικών αληθειών πρέπει να θεωρείται αδύνατον οι υψηλότεροι φόροι και οι περισσότερες ρυθμίσεις να αποτελούν αιτία υψηλότερου βιοτικού επιπέδου. Το βιοτικό επίπεδο μπορεί να είναι υψηλότερο μόνο παρά τους υψηλότερους φόρους και τις περισσότερες ρυθμίσεις. Ομοίως, οι θεωρητικές αλήθειες μπορούν να αποκλείσουν ως παράλογες αναφορές όπως ότι η αυξημένη κατανάλωση οδήγησε σε αυξημένη παραγωγή, δηλαδή οικονομική μεγέθυνση, ότι οι ανώτατες τιμές κάτω από τα επίπεδα εκκαθάρισης της αγοράς προκάλεσαν απούλητα πλεονάσματα αγαθών ή ότι η απουσία δημοκρατίας ευθυνόταν για την οικονομική δυσλειτουργία του σοσιαλισμού. Από θεωρητική άποψη, μόνο η περισσότερη αποταμίευση και ο σχηματισμός κεφαλαίου και/ή οι αυξήσεις της παραγωγικότητας μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένη παραγωγή, μόνο οι εγγυημένες κατώτατες τιμές πάνω από τα επίπεδα εκκαθάρισης της αγοράς μπορούν να προκαλέσουν διαρκή πλεονάσματα και μόνο η απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας ευθύνεται για τη δεινή οικονομική κατάσταση υπό τον σοσιαλισμό. Και, για να το επαναλάβουμε, καμία από αυτές τις αλήθειες δεν απαιτεί περαιτέρω εμπειρική μελέτη ή έλεγχο. Η μελέτη ή ο έλεγχός τους αποτελεί ένδειξη σύγχυσης.

Όταν σημείωσα προηγουμένως ότι αυτό δεν είναι έργο ιστορικού αλλά πολιτικού οικονομολόγου και φιλοσόφου, προφανώς δεν το θεωρούσα μειονέκτημα. Το ακριβώς αντίθετο. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι ιστορικοί, υπό την ιδιότητά τους ως ιστορικών, δεν μπορούν να αποφανθούν ορθολογικά μεταξύ ασύμβατων ερμηνειών του ίδιου συνόλου δεδομένων ή της ίδιας ακολουθίας γεγονότων· συνεπώς, αδυνατούν να απαντήσουν στα σημαντικότερα κοινωνικά ερωτήματα. Το κύριο πλεονέκτημα του πολιτικού οικονομολόγου και φιλοσόφου έναντι του απλού ιστορικού —και το όφελος που μπορεί να αποκομίσει ο ιστορικός από τη μελέτη της πολιτικής οικονομικής και της φιλοσοφίας— είναι η γνώση της καθαρής, *a priori*, κοινωνικής θεωρίας, η οποία του επιτρέπει να αποφεύγει διαφορετικά αναπόφευκτα σφάλματα στην ερμηνεία ακολουθιών σύνθετων ιστορικών δεδομένων και να παρουσιάζει μια θεωρητικά διορθωμένη ή «ανασυγκροτημένη» και αποφασιστικά κριτική ή «αναθεωρητική» εκδοχή της ιστορίας.

Με βάση και αφετηρία θεμελιώδεις θεωρητικές αλήθειες τόσο της πολιτικής οικονομικής όσο και της πολιτικής φιλοσοφίας, δηλαδή της ηθικής, στις ακόλουθες μελέτες προτείνω την αναθεώρηση τριών κεντρικών —πράγματι, σχεδόν μυθικών— πεποιθήσεων και ερμηνειών σχετικά με τη σύγχρονη ιστορία.

Σύμφωνα με στοιχειώδεις θεωρητικές αλήθειες σχετικά με τη φύση της ιδιωτικής περιουσίας και κυριότητας έναντι της «δημόσιας» περιουσίας και διοίκησης, καθώς και των επιχειρήσεων έναντι των κυβερνήσεων ή κρατών, προτείνω, πρώτον, την αναθεώρηση της επικρατούσας αντίληψης για τις παραδοσιακές κληρονομικές μοναρχίες και προσφέρω αντ’ αυτής μια ασυνήθιστα ευνοϊκή ερμηνεία της μοναρχίας και της μοναρχικής εμπειρίας. Εν συντομία, η μοναρχική διακυβέρνηση ανασυγκροτείται θεωρητικά ως διακυβέρνηση υπό ιδιωτική ιδιοκτησία, η οποία με τη σειρά της εξηγείται ότι προάγει στον κυβερνήτη τον προσανατολισμό προς το μέλλον και τη μέριμνα για τις κεφαλαιακές αξίες και τον οικονομικό υπολογισμό. Δεύτερον, με τρόπο εξίσου ανορθόδοξο αλλά βάσει της ίδιας θεωρητικής λογικής, η δημοκρατία και η δημοκρατική εμπειρία παρουσιάζονται υπό ασυνήθιστα δυσμενές πρίσμα. Η δημοκρατική διακυβέρνηση ανασυγκροτείται ως διακυβέρνηση υπό δημόσια ιδιοκτησία, η οποία εξηγείται ότι οδηγεί τους κυβερνήτες σε προσανατολισμό προς το παρόν και σε αδιαφορία ή παραμέληση των κεφαλαιακών αξιών· η μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία ερμηνεύεται, επομένως, ως πολιτισμική παρακμή.

Ακόμη πιο θεμελιώδης και ανορθόδοξη είναι η τρίτη προτεινόμενη αναθεώρηση.

Παρά τη συγκριτικά ευνοϊκή εικόνα της μοναρχίας που παρουσιάζεται, δεν είμαι μοναρχικός και όσα ακολουθούν δεν αποτελούν υπεράσπιση της μοναρχίας. Αντιθέτως, η θέση που υιοθετείται απέναντί της είναι η εξής: αν πρέπει να υπάρχει κράτος, οριζόμενο ως φορέας που ασκεί υποχρεωτικό εδαφικό μονοπώλιο της τελικής λήψης αποφάσεων, δηλαδή της δικαιοδοσίας, και της φορολογίας, τότε είναι οικονομικά και ηθικά προτιμότερο να επιλεγεί η μοναρχία αντί της δημοκρατίας. Αυτό όμως αφήνει ανοικτό το ερώτημα αν ένα κράτος είναι αναγκαίο ή όχι, δηλαδή αν υπάρχει εναλλακτική τόσο στη μοναρχία όσο και στη δημοκρατία. Η ιστορία και πάλι δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Εξ ορισμού, δεν μπορεί να υπάρξει «εμπειρία» αντιπραγματικών καταστάσεων και εναλλακτικών δυνατοτήτων· και το μόνο που βρίσκει κανείς στη σύγχρονη ιστορία, τουλάχιστον όσον αφορά τον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο, είναι η ιστορία των κρατών και του κρατισμού. Μόνο η θεωρία μπορεί και πάλι να προσφέρει απάντηση, επειδή οι θεωρητικές προτάσεις, όπως μόλις καταδείχθηκε, αφορούν αναγκαία γεγονότα και σχέσεις· συνεπώς, όπως μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποκλείσουν ορισμένες ιστορικές αναφορές και ερμηνείες ως εσφαλμένες ή αδύνατες, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να αναγνωρίσουν ορισμένες άλλες καταστάσεις ως δυνατές προς συγκρότηση, ακόμη και αν τέτοιες καταστάσεις δεν έχουν παρατηρηθεί ή δοκιμαστεί ποτέ.

Σε πλήρη αντίθεση, λοιπόν, με την ορθόδοξη άποψη επί του θέματος, η στοιχειώδης κοινωνική θεωρία δείχνει —και θα εξηγηθεί πώς το δείχνει— ότι κανένα κράτος, όπως μόλις ορίστηκε, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε οικονομικά ούτε ηθικά. Αντιθέτως, κάθε κράτος, ανεξάρτητα από το πολίτευμά του, είναι οικονομικά και ηθικά ελαττωματικό. Κάθε μονοπωλητής, συμπεριλαμβανομένου εκείνου της τελικής λήψης αποφάσεων, είναι «κακός» από τη σκοπιά των καταναλωτών. Το μονοπώλιο νοείται εδώ με την κλασική σημασία του, ως απουσία ελεύθερης εισόδου σε έναν συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής: μόνο ένας φορέας, ο Α, επιτρέπεται να παράγει το Χ. Κάθε τέτοιος μονοπωλητής είναι «κακός» για τους καταναλωτές επειδή, προστατευμένος από δυνητικούς νέους ανταγωνιστές στον κλάδο παραγωγής του, θα προσφέρει το προϊόν του σε υψηλότερη τιμή και χαμηλότερη ποιότητα από ό,τι διαφορετικά. Επιπλέον, κανείς δεν θα συμφωνούσε σε έναν όρο που θα επέτρεπε σε έναν μονοπωλητή της τελικής λήψης αποφάσεων, δηλαδή στον τελικό διαιτητή και κριτή κάθε περίπτωσης διαπροσωπικής σύγκρουσης, να καθορίζει μονομερώς, χωρίς τη συναίνεση όλων των ενδιαφερομένων, την τιμή που πρέπει να πληρώνει κανείς για την υπηρεσία του. Η εξουσία φορολόγησης, δηλαδή, είναι ηθικά απαράδεκτη. Πράγματι, ένας μονοπωλητής της τελικής λήψης αποφάσεων που διαθέτει εξουσία φορολόγησης δεν παράγει απλώς λιγότερη και χαμηλότερης ποιότητας δικαιοσύνη, αλλά παράγει ολοένα περισσότερα «δεινά», δηλαδή αδικία και επιθετική βία. Επομένως, η επιλογή μεταξύ μοναρχίας και δημοκρατίας είναι επιλογή μεταξύ δύο ελαττωματικών κοινωνικών τάξεων. Πράγματι, η σύγχρονη ιστορία προσφέρει άφθονα παραδείγματα των οικονομικών και ηθικών ελαττωμάτων όλων των κρατών, είτε μοναρχικών είτε δημοκρατικών.

Επιπλέον, η ίδια κοινωνική θεωρία καταδεικνύει θετικά τη δυνατότητα μιας εναλλακτικής κοινωνικής τάξης, απαλλαγμένης από τα οικονομικά και ηθικά ελαττώματα της μοναρχίας και της δημοκρατίας, καθώς και κάθε άλλης μορφής κράτους. Ο όρος που υιοθετείται εδώ για ένα κοινωνικό σύστημα απαλλαγμένο από μονοπώλιο και φορολογία είναι «φυσική τάξη». Άλλες ονομασίες που χρησιμοποιούνται αλλού ή από άλλους για το ίδιο πράγμα είναι «εύτακτη αναρχία», «αναρχισμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας», «αναρχοκαπιταλισμός», «αυτοκυβέρνηση», «κοινωνία ιδιωτικού δικαίου» και «καθαρός καπιταλισμός».

Πέρα από τη μοναρχία και τη δημοκρατία, όσα ακολουθούν αφορούν τη «λογική» μιας φυσικής τάξης, όπου κάθε σπάνιος πόρος ανήκει σε ιδιώτες, κάθε επιχείρηση χρηματοδοτείται από πελάτες που πληρώνουν εθελοντικά ή από ιδιώτες δωρητές και η είσοδος σε κάθε κλάδο παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών δικαιοσύνης, αστυνόμευσης και άμυνας, είναι ελεύθερη. Μέσα από την αντιπαραβολή με τη φυσική τάξη αναδεικνύονται τα οικονομικά και ηθικά σφάλματα της μοναρχίας. Με φόντο τη φυσική τάξη αποσαφηνίζονται τα ακόμη μεγαλύτερα σφάλματα που συνεπάγεται η δημοκρατία και αποκαλύπτεται η ιστορική μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία ως πολιτισμική παρακμή. Και επειδή η φυσική τάξη κατέχει λογικά τη θέση της θεωρητικής απάντησης στο θεμελιώδες πρόβλημα της κοινωνικής τάξης —πώς να προστατευθούν η ελευθερία, η ιδιοκτησία και η επιδίωξη της ευτυχίας—, όσα ακολουθούν περιλαμβάνουν επίσης εκτενείς συζητήσεις στρατηγικών ζητημάτων και προβληματισμών, δηλαδή των προϋποθέσεων κοινωνικής αλλαγής και, ειδικότερα, του ριζικού μετασχηματισμού από τη δημοκρατία στη φυσική τάξη.

Ανεξάρτητα από τις ανορθόδοξες ερμηνείες και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν οι ακόλουθες μελέτες, οι θεωρίες και τα θεωρήματα που χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή τους δεν είναι ασφαλώς ούτε νέα ούτε ανορθόδοξα. Πράγματι, αν υποθέσει κανείς, όπως εγώ, ότι υπάρχουν *a priori* κοινωνική θεωρία και θεωρήματα, τότε θα πρέπει επίσης να αναμένει ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της γνώσης είναι παλαιό και ότι η θεωρητική πρόοδος είναι επίπονα αργή. Αυτό πράγματι φαίνεται να συμβαίνει. Συνεπώς, ακόμη και αν τα συμπεράσματά μου φαίνονται ριζοσπαστικά ή ακραία, ως θεωρητικός είμαι σαφώς συντηρητικός. Τοποθετώ τον εαυτό μου σε μια διανοητική παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον στους Ισπανούς σχολαστικούς του δέκατου έκτου αιώνα και η οποία βρήκε τη σαφέστερη σύγχρονη έκφρασή της στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή οικονομικής σκέψης: την παράδοση της καθαρής κοινωνικής θεωρίας, όπως εκπροσωπείται πάνω απ’ όλα από τους Carl Menger, Eugen von Boehm-Bawerk, Ludwig von Mises και Murray N. Rothbard.[^14]

Στην αρχή, ανέφερα την Αυστρία των Habsburg και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ως τις χώρες που συνδέονται στενότερα με το παλαιό μοναρχικό καθεστώς και με τη νέα και σημερινή δημοκρατική-ρεπουμπλικανική εποχή, αντίστοιχα. Εδώ συναντούμε ξανά την Αυστρία των Habsburg και ανακαλύπτουμε έναν ακόμη λόγο για τον οποίο οι ακόλουθες μελέτες θα μπορούσαν επίσης να ονομαστούν *Μια αυστριακή θεώρηση της αμερικανικής εποχής*. Η Αυστριακή Σχολή οικονομικής σκέψης συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες από τις πολλές διανοητικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις που γεννήθηκαν στην Αυστρία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, ως μία από τις πολλές συνέπειες της καταστροφής της Αυτοκρατορίας των Habsburg, η τρίτη γενιά της σχολής, με επικεφαλής τον Ludwig von Mises, ξεριζώθηκε από την Αυστρία και την ευρωπαϊκή ήπειρο και, με τη μετανάστευση του Mises στη Νέα Υόρκη το 1940, μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Και θα ήταν στην Αμερική όπου η αυστριακή κοινωνική θεωρία θα ρίζωνε βαθύτερα, χάρη ιδίως στο έργο του εξέχοντος Αμερικανού μαθητή του Mises, του Murray N. Rothbard.

Οι ακόλουθες μελέτες γράφονται από τη σκοπιά της σύγχρονης αυστριακής κοινωνικής θεωρίας. Σε όλη τους την έκταση είναι εμφανής η επιρροή του Ludwig von Mises και, ακόμη περισσότερο, του Murray N. Rothbard. Τα στοιχειώδη θεωρήματα της πολιτικής οικονομικής και της φιλοσοφίας, τα οποία χρησιμοποιούνται εδώ για την ανασυγκρότηση της ιστορίας και την πρόταση μιας εποικοδομητικής εναλλακτικής στη δημοκρατία, έχουν αναπτυχθεί διεξοδικότερα στα κύρια θεωρητικά έργα των Mises και Rothbard.[^15] Επίσης, πολλά από τα θέματα που εξετάζονται στη συνέχεια έχουν αντιμετωπιστεί και στα πολυάριθμα έργα τους εφαρμοσμένης ανάλυσης. Επιπλέον, οι ακόλουθες μελέτες συμμερίζονται με τον Mises και ιδίως με τον Rothbard μια θεμελιώδη και σθεναρή αντικρατιστική θέση, υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Παρ’ όλα αυτά, οι ακόλουθες μελέτες μπορούν να διεκδικήσουν πρωτοτυπία από δύο απόψεις. Αφενός, προσφέρουν βαθύτερη κατανόηση της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Στα έργα τους εφαρμοσμένης ανάλυσης, οι Mises και Rothbard εξέτασαν τα περισσότερα από τα κεντρικά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα και γεγονότα του εικοστού αιώνα: σοσιαλισμός έναντι καπιταλισμού, μονοπώλιο έναντι ανταγωνισμού, ιδιωτική έναντι δημόσιας ιδιοκτησίας, παραγωγή και εμπόριο έναντι φορολογίας, ρυθμίσεων και αναδιανομής κ.ο.κ. Και οι δύο περιέγραψαν λεπτομερώς την ταχεία διόγκωση της κρατικής εξουσίας κατά τον εικοστό αιώνα και εξήγησαν τις οικονομικά και ηθικά επιζήμιες συνέπειές της. Ωστόσο, μολονότι αποδείχθηκαν εξαιρετικά διορατικοί και προνοητικοί σε αυτές τις προσπάθειες, ιδίως σε σύγκριση με τους εμπειριστές-θετικιστές ομολόγους τους, ούτε ο Mises ούτε ο Rothbard επιχείρησαν συστηματικά να αναζητήσουν μια αιτία της παρακμής της κλασικής φιλελεύθερης σκέψης και του καπιταλισμού του laissez-faire και της συνακόλουθης ανόδου των αντικαπιταλιστικών πολιτικών ιδεολογιών και του κρατισμού κατά τον εικοστό αιώνα. Ασφαλώς, δεν θεώρησαν τη δημοκρατία τέτοια αιτία. Πράγματι, παρότι γνώριζαν τα οικονομικά και ηθικά ελαττώματα της δημοκρατίας, τόσο ο Mises όσο και ο Rothbard έτρεφαν ιδιαίτερη συμπάθεια προς αυτήν και έτειναν να θεωρούν τη μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία πρόοδο. Αντιθέτως, εγώ θα εξηγήσω την ταχεία διόγκωση της κρατικής εξουσίας κατά τον εικοστό αιώνα, την οποία αποδοκίμαζαν οι Mises και Rothbard, ως συστηματικό αποτέλεσμα της δημοκρατίας και της δημοκρατικής νοοτροπίας, δηλαδή της εσφαλμένης πεποίθησης στην αποδοτικότητα και/ή στη δικαιοσύνη της δημόσιας ιδιοκτησίας και της λαϊκής, πλειοψηφικής διακυβέρνησης.

Αφετέρου, βάσει αυτής της βαθύτερης, «αναθεωρητικής» κατανόησης της σύγχρονης ιστορίας, οι ακόλουθες μελέτες καταλήγουν επίσης σε μια «καλύτερη» —σαφέστερη και οξυδερκέστερη— κατανόηση της εποικοδομητικής εναλλακτικής προς την υφιστάμενη δημοκρατική τάξη, δηλαδή της φυσικής τάξης. Περιλαμβάνονται λεπτομερείς εξηγήσεις για τη λειτουργία μιας φυσικής τάξης ως κοινωνικού συστήματος χωρίς κράτος, με ασφαλιστικούς φορείς που χρηματοδοτούνται εθελοντικά και λειτουργούν ως ανταγωνιστικοί πάροχοι νόμου και τάξης. Περιλαμβάνονται επίσης εξίσου λεπτομερείς συζητήσεις στρατηγικών ζητημάτων. Ειδικότερα, εξετάζονται διεξοδικά η απόσχιση και η ιδιωτικοποίηση ως οι κύριες οδοί και τα μέσα υπέρβασης της δημοκρατίας και εγκαθίδρυσης μιας φυσικής τάξης.

Τέλος, με αυτές τις μελέτες επιθυμώ να προαγάγω ιδίως την παράδοση της αυστριακής κοινωνικής θεωρίας και να συμβάλω στη φήμη της όχι μόνο ως προπυργίου της αλήθειας, αλλά και ως παράδοσης που εμπνέει, συναρπάζει και αναζωογονεί τη σκέψη. Και, με την ίδια λογική αλλά γενικότερα, επιθυμώ να προαγάγω και να ενισχύσω την παράδοση της μεγάλης κοινωνικής θεωρίας, η οποία περιλαμβάνει την πολιτική οικονομική, την πολιτική φιλοσοφία και την ιστορία και εξετάζει τόσο κανονιστικά όσο και θετικά ερωτήματα. Ένας κατάλληλος όρος για αυτού του είδους το διανοητικό εγχείρημα θα φαινόταν να είναι η κοινωνιολογία. Όμως, μολονότι ο όρος «κοινωνιολογία» έχει χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς με αυτή τη σημασία, υπό την κυρίαρχη επιρροή της εμπειριστικής-θετικιστικής φιλοσοφίας απέκτησε εντελώς διαφορετική σημασία και φήμη. Σύμφωνα με το εμπειριστικό δόγμα, τα κανονιστικά ερωτήματα δεν είναι καν «επιστημονικά» ερωτήματα και δεν υπάρχει *a priori* θεωρία. Αυτό ουσιαστικά αποκλείει εξαρχής τη μεγάλη κοινωνική θεωρία ως «αντιεπιστημονική». Κατά συνέπεια, το μεγαλύτερο μέρος όσων εμφανίζονται σήμερα ως κοινωνιολογία δεν είναι απλώς εσφαλμένο, αλλά και άσχετο και ανιαρό. Σε έντονη αντίθεση, οι ακόλουθες μελέτες είναι όλα όσα ένας καλός θετικιστής ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει κανείς να είναι: διεπιστημονικές, θεωρητικά προσανατολισμένες και στραμμένες τόσο σε θετικά-εμπειρικά όσο και σε κανονιστικά ερωτήματα. Ελπίζω να καταδείξω με το παράδειγμα ότι αυτή είναι η ορθή προσέγγιση, καθώς και η πιο ενδιαφέρουσα.

Εισαγωγή

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελεί μία από τις μεγάλες τομές της σύγχρονης ιστορίας. Με τη λήξη του ολοκληρώθηκε ο μετασχηματισμός ολόκληρου του δυτικού κόσμου από τη μοναρχική διακυβέρνηση και τους κυρίαρχους βασιλείς στη δημοκρατική-ρεπουμπλικανική διακυβέρνηση και στους κυρίαρχους λαούς, ο οποίος είχε αρχίσει με τη Γαλλική Επανάσταση. Μέχρι το 1914, στην Ευρώπη υπήρχαν μόνο τρεις αβασίλευτες δημοκρατίες —η Γαλλία, η Ελβετία και, μετά το 1911, η Πορτογαλία— και, από όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές μοναρχίες, μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινοβουλευτικό σύστημα, δηλαδή σύστημα στο οποίο η ανώτατη εξουσία ανήκε σε εκλεγμένο κοινοβούλιο. Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εισέλθει στον ευρωπαϊκό πόλεμο και είχαν καθορίσει αποφασιστικά την έκβασή του, οι μοναρχίες είχαν σχεδόν εξαφανιστεί και η Ευρώπη, μαζί με ολόκληρο τον κόσμο, είχε εισέλθει στην εποχή του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού.

Στην Ευρώπη, οι στρατιωτικά ηττημένοι Romanovs, Hohenzollerns και Habsburgs αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον θρόνο ή να παραιτηθούν, και η Ρωσία, η Γερμανία και η Αυστρία έγιναν αβασίλευτες δημοκρατίες με καθολικό δικαίωμα ψήφου —για άνδρες και γυναίκες— και κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις. Ομοίως, όλα τα νεοσύστατα διάδοχα κράτη, με μόνη εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία, υιοθέτησαν δημοκρατικά-ρεπουμπλικανικά συντάγματα. Στην Τουρκία και στην Ελλάδα οι μοναρχίες ανατράπηκαν. Ακόμη και εκεί όπου οι μοναρχίες εξακολούθησαν να υφίστανται ονομαστικά, όπως στη Μεγάλη Βρετανία, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στις Κάτω Χώρες και στις σκανδιναβικές χώρες, οι μονάρχες δεν ασκούσαν πλέον καμία κυβερνητική εξουσία. Καθιερώθηκε καθολικό δικαίωμα ψήφου για τους ενηλίκους και ολόκληρη η κυβερνητική εξουσία περιήλθε στα κοινοβούλια και στους «δημόσιους» αξιωματούχους.

Ο κοσμοϊστορικός μετασχηματισμός από το Παλαιό Καθεστώς των βασιλικών ή πριγκιπικών ηγεμόνων στη νέα δημοκρατική-ρεπουμπλικανική εποχή των κυβερνητών που εκλέγονται ή επιλέγονται από τον λαό μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί ως μετάβαση από την Αυστρία και το αυστριακό πρότυπο στην Αμερική και στο αμερικανικό πρότυπο. Αυτό ισχύει για διάφορους λόγους. Πρώτον, η Αυστρία ξεκίνησε τον πόλεμο και η Αμερική τον τερμάτισε. Η Αυστρία έχασε και η Αμερική κέρδισε. Η Αυστρία κυβερνιόταν από έναν μονάρχη —τον αυτοκράτορα Franz Joseph— και η Αμερική από έναν δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο —τον καθηγητή Woodrow Wilson. Σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν ένας παραδοσιακός πόλεμος που διεξαγόταν για περιορισμένους εδαφικούς στόχους, αλλά ένας ιδεολογικός πόλεμος· και η Αυστρία και η Αμερική ήταν αντίστοιχα —και έτσι τις αντιλαμβάνονταν οι αντιμαχόμενες πλευρές— οι δύο χώρες που ενσάρκωναν σαφέστερα τις συγκρουόμενες ιδέες.1

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε ως μια εδαφική διαμάχη παλαιού τύπου. Ωστόσο, με την πρώιμη εμπλοκή και την τελική επίσημη είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο τον Απρίλιο του 1917, απέκτησε νέα ιδεολογική διάσταση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ιδρυθεί ως αβασίλευτη δημοκρατία και η δημοκρατική αρχή, εγγενής στην ιδέα της αβασίλευτης πολιτείας, είχε μόλις πρόσφατα επικρατήσει ως αποτέλεσμα της βίαιης ήττας και καταστροφής της αποσχιστικής Συνομοσπονδίας από τη συγκεντρωτική κυβέρνηση της Ένωσης. Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή η θριαμβεύουσα ιδεολογία ενός επεκτατικού δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού είχε βρει την ίδια της την προσωποποίηση στον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Wilson. Υπό την προεδρία του Wilson, ο ευρωπαϊκός πόλεμος μετατράπηκε σε ιδεολογική αποστολή — να καταστεί ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία και απαλλαγμένος από δυναστικούς ηγεμόνες. Όταν, τον Μάρτιο του 1917, ο σύμμαχος των ΗΠΑ τσάρος Nicholas II εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο και εγκαθιδρύθηκε στη Ρωσία νέα δημοκρατική-ρεπουμπλικανική κυβέρνηση υπό τον Kerenski, ο Wilson ενθουσιάστηκε. Με τον τσάρο εκτός εξουσίας, ο πόλεμος είχε επιτέλους μετατραπεί σε αμιγώς ιδεολογική σύγκρουση: του καλού εναντίον του κακού. Ο Wilson και οι στενότεροι σύμβουλοί του στην εξωτερική πολιτική, George D. Herron και συνταγματάρχης House, αντιπαθούσαν τη Γερμανία του κάιζερ, της αριστοκρατίας και της στρατιωτικής ελίτ. Την Αυστρία, όμως, τη μισούσαν. Όπως περιέγραψε ο Erik von Kuehnelt-Leddihn τις απόψεις του Wilson και της αμερικανικής Αριστεράς:

Η Αυστρία ήταν πολύ πιο μοχθηρή από τη Γερμανία. Η ύπαρξή της αντέβαινε στην αρχή του εθνικού κράτους του Mazzini· είχε κληρονομήσει πολλές παραδόσεις και σύμβολα από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία —τον δικέφαλο αετό, τα μαύρα και χρυσά χρώματα κ.λπ.· η δυναστεία της είχε κάποτε κυβερνήσει την Ισπανία, ακόμη ένα αντικείμενο αποστροφής· είχε ηγηθεί της Αντιμεταρρύθμισης, είχε τεθεί επικεφαλής της Ιεράς Συμμαχίας, είχε πολεμήσει το Risorgimento, είχε καταστείλει την εξέγερση των Μαγυάρων υπό τον Kossuth, στον οποίο είχε ανεγερθεί μνημείο στη Νέα Υόρκη, και είχε υποστηρίξει ηθικά το μοναρχικό πείραμα στο Μεξικό. Habsburg — και μόνο το όνομα ανακαλούσε μνήμες του ρωμαιοκαθολικισμού, της Αρμάδας, της Ιεράς Εξέτασης, του Metternich, του Lafayette φυλακισμένου στο Όλμιτς και του Silvio Pellico στο φρούριο Σπίλμπεργκ του Μπρνο. Ένα τέτοιο κράτος έπρεπε να συντριβεί, μια τέτοια δυναστεία έπρεπε να εξαφανιστεί.2

Ως σύγκρουση με ολοένα εντονότερα ιδεολογικά κίνητρα, ο πόλεμος εκφυλίστηκε γρήγορα σε ολοκληρωτικό πόλεμο. Παντού, ολόκληρη η εθνική οικονομία στρατιωτικοποιήθηκε —πολεμικός σοσιαλισμός—3 και η από παλιά καθιερωμένη διάκριση μεταξύ μαχητών και αμάχων, καθώς και μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής ζωής, εγκαταλείφθηκε. Γι’ αυτό ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε πολύ περισσότερα θύματα μεταξύ των αμάχων —θύματα ασιτίας και ασθενειών— από όσους στρατιώτες σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Επιπλέον, λόγω του ιδεολογικού χαρακτήρα του πολέμου, στο τέλος του δεν ήταν δυνατή μια συμβιβαστική ειρήνη, αλλά μόνο η πλήρης παράδοση, η ταπείνωση και η τιμωρία. Η Γερμανία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη μοναρχία της και η Αλσατία-Λωρραίνη επιστράφηκε στη Γαλλία, όπως πριν από τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870–1871. Η νέα γερμανική δημοκρατία επιβαρύνθηκε με βαριές, μακροχρόνιες αποζημιώσεις. Η Γερμανία αποστρατιωτικοποιήθηκε, το γερμανικό Σάαρ καταλήφθηκε από τους Γάλλους και, στα ανατολικά, μεγάλες εκτάσεις έπρεπε να παραχωρηθούν στην Πολωνία —η Δυτική Πρωσία και η Σιλεσία. Ωστόσο, η Γερμανία δεν διαμελίστηκε και δεν καταστράφηκε. Ο Wilson είχε επιφυλάξει αυτή τη μοίρα για την Αυστρία. Με την εκθρόνιση των Habsburgs, ολόκληρη η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία διαμελίστηκε. Ως επιστέγασμα της εξωτερικής πολιτικής του Wilson, δύο νέα και τεχνητά κράτη, η Τσεχοσλοβακία και η Γιουγκοσλαβία, δημιουργήθηκαν από εδάφη της πρώην Αυτοκρατορίας. Η ίδια η Αυστρία, επί αιώνες μία από τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, περιορίστηκε στον μικρό γερμανόφωνο πυρήνα της· και, ως ακόμη μία κληρονομιά του Wilson, η μικροσκοπική Αυστρία εξαναγκάστηκε να παραχωρήσει στην Ιταλία την εξ ολοκλήρου γερμανική επαρχία της του Νότιου Τιρόλου, που εκτεινόταν μέχρι το πέρασμα του Μπρένερ.

Από το 1918, η Αυστρία έχει εξαφανιστεί από τον χάρτη της διεθνούς πολιτικής ισχύος. Αντιθέτως, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν σε ηγετική δύναμη του κόσμου. Η αμερικανική εποχή —η pax Americana— είχε αρχίσει. Η αρχή του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού είχε θριαμβεύσει. Έμελλε να θριαμβεύσει ξανά με τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ακόμη μία φορά, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Για ορισμένους σύγχρονους παρατηρητές, το «Τέλος της Ιστορίας» έχει επέλθει. Η αμερικανική ιδέα της καθολικής και παγκόσμιας δημοκρατίας έχει επιτέλους βρει την πλήρη πραγμάτωσή της.4

Στο μεταξύ, η Αυστρία των Habsburg και η κατεξοχήν προδημοκρατική αυστριακή εμπειρία απέκτησαν απλώς ιστορικό ενδιαφέρον. Βεβαίως, δεν ήταν ότι η Αυστρία δεν είχε τύχει αναγνώρισης. Ακόμη και διανοούμενοι και καλλιτέχνες δημοκρατικών πεποιθήσεων, από κάθε πεδίο πνευματικής και πολιτιστικής δραστηριότητας, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την τεράστια παραγωγικότητα του αυστροουγγρικού και ιδίως του βιεννέζικου πολιτισμού. Πράγματι, ο κατάλογος των μεγάλων ονομάτων που συνδέονται με τη Βιέννη των τελών του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα μοιάζει ατελείωτος.5 Σπανίως, όμως, αυτή η τεράστια πνευματική και πολιτιστική παραγωγικότητα συνδέθηκε συστηματικά με την προδημοκρατική παράδοση της μοναρχίας των Habsburg. Αντιθέτως, όταν δεν θεωρήθηκε απλή σύμπτωση, η παραγωγικότητα του αυστριακού-βιεννέζικου πολιτισμού παρουσιάστηκε, κατά τρόπο «πολιτικά ορθό», ως απόδειξη των θετικών συνεργειών μιας πολυεθνικής κοινωνίας και της πολυπολιτισμικότητας.6

Ωστόσο, στα τέλη του εικοστού αιώνα συσσωρεύονται ολοένα περισσότερες ενδείξεις ότι, αντί να σηματοδοτεί το τέλος της ιστορίας, το ίδιο το αμερικανικό σύστημα βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ή τις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα πραγματικά εισοδήματα από μισθούς στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Δυτική Ευρώπη έχουν παραμείνει στάσιμα ή ακόμη και μειωθεί. Ιδίως στη Δυτική Ευρώπη, τα ποσοστά ανεργίας αυξάνονται σταθερά και σήμερα υπερβαίνουν το 10%. Το δημόσιο χρέος έχει ανέλθει παντού σε αστρονομικά ύψη, υπερβαίνοντας σε πολλές περιπτώσεις το ετήσιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν μιας χώρας. Ομοίως, τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης παντού βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας ή κοντά σε αυτά. Επιπλέον, η κατάρρευση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας αντιπροσώπευε όχι τόσο έναν θρίαμβο της δημοκρατίας όσο τη χρεοκοπία της ιδέας του σοσιαλισμού και περιείχε επίσης μια καταδίκη του αμερικανικού, δυτικού συστήματος δημοκρατικού —αντί δικτατορικού— σοσιαλισμού. Επιπροσθέτως, σε ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο αυξάνονται οι εθνικοί, εθνοτικοί και πολιτισμικοί διχασμοί, οι διαχωριστικές τάσεις και τα αποσχιστικά κινήματα. Τα πολυπολιτισμικά δημοκρατικά δημιουργήματα του Wilson, η Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία, έχουν διαλυθεί. Στις ΗΠΑ, λιγότερο από έναν αιώνα πλήρως ανεπτυγμένης δημοκρατίας ακολούθησαν διαρκώς αυξανόμενος ηθικός εκφυλισμός, οικογενειακή και κοινωνική αποσύνθεση και πολιτισμική παρακμή, με τη μορφή συνεχώς αυξανόμενων ποσοστών διαζυγίων, γεννήσεων εκτός γάμου, αμβλώσεων και εγκληματικότητας. Ως αποτέλεσμα ενός διαρκώς διευρυνόμενου συνόλου νόμων κατά των διακρίσεων —νόμων «θετικής δράσης»— και μεταναστευτικών πολιτικών χωρίς διακρίσεις, πολυπολιτισμικών και εξισωτικών, κάθε γωνιά της αμερικανικής κοινωνίας επηρεάζεται από την αναγκαστική ενσωμάτωση· κατά συνέπεια, οι κοινωνικές συγκρούσεις και οι φυλετικές, εθνοτικές και ηθικοπολιτισμικές εντάσεις και εχθρότητες έχουν αυξηθεί δραματικά.

Υπό το φως αυτών των απογοητευτικών εμπειριών, επανεμφανίστηκαν θεμελιώδεις αμφιβολίες σχετικά με τις αρετές του αμερικανικού συστήματος. Τι θα είχε συμβεί, τίθεται ξανά το ερώτημα, αν ο Woodrow Wilson, τηρώντας την υπόσχεσή του κατά την εκστρατεία επανεκλογής του, είχε κρατήσει τις ΗΠΑ έξω από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο; Λόγω του αντιπραγματικού χαρακτήρα της, η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν μπορεί ποτέ να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί εμπειρικά. Ωστόσο, αυτό δεν καθιστά το ερώτημα άνευ νοήματος ούτε την απάντηση αυθαίρετη. Αντιθέτως, βάσει της κατανόησης των πραγματικών ιστορικών γεγονότων και των εμπλεκόμενων προσωπικοτήτων, το ερώτημα για την πιθανότερη εναλλακτική πορεία της ιστορίας μπορεί να απαντηθεί λεπτομερώς και με σημαντική βεβαιότητα.7

Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ακολουθήσει αυστηρά μη παρεμβατική εξωτερική πολιτική, είναι πιθανό η ενδοευρωπαϊκή σύγκρουση να είχε τερματιστεί στα τέλη του 1916 ή στις αρχές του 1917 ως αποτέλεσμα διαφόρων ειρηνευτικών πρωτοβουλιών, κυρίως εκείνων του Αυστριακού αυτοκράτορα Charles I. Επιπλέον, ο πόλεμος θα είχε λήξει με μια αμοιβαία αποδεκτή συμβιβαστική ειρήνη που θα διαφύλασσε το κύρος των εμπλεκομένων, αντί για την επιβολή όρων που πράγματι συνέβη. Κατά συνέπεια, η Αυστροουγγαρία, η Γερμανία και η Ρωσία θα είχαν παραμείνει παραδοσιακές μοναρχίες, αντί να μετατραπούν σε βραχύβιες αβασίλευτες δημοκρατίες. Με έναν Ρώσο τσάρο και έναν Γερμανό και έναν Αυστριακό αυτοκράτορα στη θέση τους, θα ήταν σχεδόν αδύνατον να καταλάβουν οι Μπολσεβίκοι την εξουσία στη Ρωσία και, ως αντίδραση στην αυξανόμενη κομμουνιστική απειλή στη Δυτική Ευρώπη, να πράξουν το ίδιο οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές στην Ιταλία και στη Γερμανία.8 Εκατομμύρια θύματα του κομμουνισμού, του εθνικοσοσιαλισμού και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου θα είχαν σωθεί. Η έκταση της κρατικής παρέμβασης και του ελέγχου στην ιδιωτική οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δυτικής Ευρώπης δεν θα είχε φτάσει ποτέ στα σημερινά επίπεδα. Και αντί η Κεντρική και η Ανατολική Ευρώπη —και, κατά συνέπεια, ο μισός πλανήτης— να περιέλθουν σε κομμουνιστικά χέρια και επί περισσότερα από σαράντα χρόνια να λεηλατούνται, να καταστρέφονται και να απομονώνονται βίαια από τις δυτικές αγορές, ολόκληρη η Ευρώπη και ολόκληρος ο κόσμος θα είχαν παραμείνει οικονομικά ενσωματωμένοι, όπως τον δέκατο ένατο αιώνα, σε ένα παγκόσμιο σύστημα καταμερισμού της εργασίας και συνεργασίας. Το παγκόσμιο βιοτικό επίπεδο θα είχε ανέλθει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από εκείνα στα οποία πράγματι έφτασε.

Με φόντο αυτό το νοητικό πείραμα και την πραγματική πορεία των γεγονότων, το αμερικανικό σύστημα και η pax Americana εμφανίζονται —σε αντίθεση με την «επίσημη» ιστορία, η οποία γράφεται πάντοτε από τους νικητές της, δηλαδή από τη σκοπιά των υποστηρικτών της δημοκρατίας— ως τίποτε λιγότερο από ολοκληρωτική καταστροφή· ενώ η Αυστρία των Habsburg και η προδημοκρατική εποχή εμφανίζονται εξαιρετικά ελκυστικές.9 Ασφαλώς, λοιπόν, θα άξιζε να εξετάσουμε συστηματικά την ιστορική μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία.

Μολονότι η ιστορία θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, όσα ακολουθούν δεν είναι έργο ιστορικού, αλλά πολιτικού οικονομολόγου και φιλοσόφου. Δεν παρουσιάζονται νέα ή άγνωστα δεδομένα. Αντιθέτως, στον βαθμό που διατυπώνεται αξίωση πρωτοτυπίας, αυτή συνίσταται στο ότι οι ακόλουθες μελέτες περιέχουν νέες και ασυνήθιστες ερμηνείες γενικώς γνωστών και αποδεκτών γεγονότων· επιπλέον, στο ότι η ερμηνεία των γεγονότων, και όχι τα ίδια τα γεγονότα, είναι εκείνη που βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του επιστήμονα και αποτελεί αντικείμενο των περισσότερων αντιπαραθέσεων και συζητήσεων. Μπορεί κανείς, για παράδειγμα, να συμφωνήσει εύκολα ότι στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα το μέσο βιοτικό επίπεδο, οι φορολογικοί συντελεστές και η έκταση των οικονομικών ρυθμίσεων ήταν συγκριτικά χαμηλά, ενώ στον εικοστό αιώνα το βιοτικό επίπεδο, οι φόροι και οι ρυθμίσεις ήταν υψηλά. Ήταν όμως υψηλότερο το βιοτικό επίπεδο του εικοστού αιώνα εξαιτίας των υψηλότερων φόρων και των περισσότερων ρυθμίσεων ή παρά τους υψηλότερους φόρους και τις περισσότερες ρυθμίσεις; Δηλαδή, θα ήταν ακόμη υψηλότερο το βιοτικό επίπεδο αν οι φόροι και οι ρυθμίσεις είχαν παραμείνει τόσο χαμηλά όσο ήταν τον δέκατο ένατο αιώνα; Ομοίως, μπορεί κανείς να συμφωνήσει εύκολα ότι οι κοινωνικές παροχές και τα ποσοστά εγκληματικότητας ήταν χαμηλά κατά τη δεκαετία του 1950 και ότι σήμερα και τα δύο είναι συγκριτικά υψηλά. Αυξήθηκε όμως η εγκληματικότητα εξαιτίας των αυξημένων κοινωνικών παροχών ή παρά την αύξησή τους, ή μήπως η εγκληματικότητα και οι κοινωνικές παροχές δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους και η σχέση των δύο φαινομένων είναι απλώς συμπτωματική; Τα γεγονότα δεν απαντούν σε τέτοια ερωτήματα και καμία ποσότητα στατιστικής επεξεργασίας των δεδομένων δεν μπορεί να αλλάξει αυτό το γεγονός. Τα ιστορικά δεδομένα είναι λογικά συμβατά με οποιαδήποτε από αυτές τις ανταγωνιστικές ερμηνείες και οι ιστορικοί, στον βαθμό που είναι μόνο ιστορικοί, δεν διαθέτουν τρόπο να αποφανθούν υπέρ της μίας ή της άλλης.

Αν πρόκειται να επιλέξει κανείς ορθολογικά μεταξύ τέτοιων ανταγωνιστικών και ασύμβατων ερμηνειών, αυτό είναι δυνατόν μόνο αν έχει στη διάθεσή του μια θεωρία, ή τουλάχιστον μια θεωρητική πρόταση, της οποίας η εγκυρότητα δεν εξαρτάται από την ιστορική εμπειρία, αλλά μπορεί να θεμελιωθεί a priori, δηλαδή άπαξ διά παντός μέσω της νοητικής σύλληψης ή κατανόησης της φύσης των πραγμάτων. Σε ορισμένους κύκλους, αυτού του είδους η θεωρία χαίρει μικρής εκτίμησης· και ορισμένοι φιλόσοφοι, ιδίως της εμπειριστικής-θετικιστικής κατεύθυνσης, έχουν αποκλείσει ως ανεπίτρεπτη ή ακόμη και αδύνατη κάθε τέτοια θεωρία. Το παρόν δεν είναι φιλοσοφική πραγματεία αφιερωμένη στη συζήτηση ζητημάτων επιστημολογίας και οντολογίας. Εδώ και στη συνέχεια δεν επιθυμώ να ανασκευάσω άμεσα την εμπειριστική-θετικιστική θέση ότι δεν υπάρχει a priori θεωρία, δηλαδή προτάσεις που διατυπώνουν κάτι για την πραγματικότητα και μπορούν να θεμελιωθούν ανεξάρτητα από την έκβαση οποιασδήποτε μελλοντικής εμπειρίας.10 Είναι, ωστόσο, σκόπιμο να αναγνωρίσω εξαρχής ότι θεωρώ αυτή τη θέση —και μάλιστα ολόκληρο το εμπειριστικό-θετικιστικό ερευνητικό πρόγραμμα, το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των εξισωτικών αρχών της δημοκρατίας στο πεδίο της γνώσης και της έρευνας και το οποίο, ως εκ τούτου, κυριάρχησε ιδεολογικά κατά το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα— θεμελιωδώς εσφαλμένη και πλήρως ανασκευασμένη.11 Εδώ αρκεί να παρουσιάσω μερικά μόνο παραδείγματα του τι εννοείται ως a priori θεωρία —και ιδίως να παραθέσω ορισμένα τέτοια παραδείγματα από το πεδίο των κοινωνικών επιστημών— ώστε να διαλύσω κάθε ενδεχόμενη επιφύλαξη και να καταδείξω ότι η θεωρητική μου προσέγγιση είναι διαισθητικά εύλογη και σύμφωνη με την κοινή λογική.12

Παραδείγματα αυτού που εννοώ ως a priori θεωρία είναι τα εξής: Κανένα υλικό πράγμα δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε δύο τόπους. Δύο αντικείμενα δεν μπορούν να καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο. Η ευθεία είναι η συντομότερη γραμμή μεταξύ δύο σημείων. Δύο ευθείες δεν μπορούν να περικλείουν χώρο. Όποιο αντικείμενο είναι εξ ολοκλήρου κόκκινο δεν μπορεί να είναι εξ ολοκλήρου πράσινο, μπλε, κίτρινο κ.λπ. Κάθε αντικείμενο που έχει χρώμα έχει επίσης έκταση. Κάθε αντικείμενο που έχει σχήμα έχει επίσης μέγεθος. Αν το Α αποτελεί μέρος του Β και το Β αποτελεί μέρος του Γ, τότε το Α αποτελεί μέρος του Γ. . . Κατά τρόπο ελάχιστα πειστικό, οι εμπειριστές είναι υποχρεωμένοι να υποβαθμίζουν τέτοιες προτάσεις σε απλές γλωσσικές-συντακτικές συμβάσεις χωρίς εμπειρικό περιεχόμενο, δηλαδή σε «κενές» ταυτολογίες. Σε αντίθεση με αυτή την άποψη και σύμφωνα με την κοινή λογική, αντιλαμβάνομαι τις ίδιες προτάσεις ως διατυπώσεις ορισμένων απλών αλλά θεμελιωδών αληθειών για τη δομή της πραγματικότητας. Και επίσης σύμφωνα με την κοινή λογική, θα θεωρούσα ότι βρίσκεται σε σύγχυση κάποιος που θα ήθελε να «ελέγξει» αυτές τις προτάσεις ή που θα ανέφερε «γεγονότα» τα οποία τις αντέκρουαν ή απέκλιναν από αυτές. Η a priori θεωρία υπερισχύει της εμπειρίας και τη διορθώνει —και η λογική υπερισχύει της παρατήρησης—, όχι το αντίστροφο.

Το σημαντικότερο είναι ότι παραδείγματα a priori θεωρίας αφθονούν και στις κοινωνικές επιστήμες, ιδίως στα πεδία της πολιτικής οικονομικής και της φιλοσοφίας: Η ανθρώπινη δράση είναι η σκόπιμη επιδίωξη σκοπών στους οποίους ο δρων αποδίδει αξία, με τη χρήση σπάνιων μέσων. Κανείς δεν μπορεί σκοπίμως να μη δρα. Κάθε δράση αποσκοπεί στη βελτίωση της υποκειμενικής ευημερίας του δρώντος σε σχέση με εκείνη που θα είχε διαφορετικά. Μια μεγαλύτερη ποσότητα ενός αγαθού αποτιμάται υψηλότερα από μια μικρότερη ποσότητα του ίδιου αγαθού. Η νωρίτερη ικανοποίηση προτιμάται από τη μεταγενέστερη. Η παραγωγή πρέπει να προηγείται της κατανάλωσης. Ό,τι καταναλώνεται τώρα δεν μπορεί να καταναλωθεί ξανά στο μέλλον. Αν μειωθεί η τιμή ενός αγαθού, θα αγοραστεί είτε η ίδια είτε μεγαλύτερη ποσότητα από όση θα αγοραζόταν διαφορετικά. Οι τιμές που καθορίζονται κάτω από τα επίπεδα εκκαθάρισης της αγοράς θα οδηγήσουν σε διαρκείς ελλείψεις. Χωρίς ιδιωτική ιδιοκτησία των συντελεστών παραγωγής δεν μπορούν να υπάρξουν τιμές συντελεστών και χωρίς τιμές συντελεστών ο λογιστικός υπολογισμός του κόστους είναι αδύνατος. Οι φόροι αποτελούν επιβάρυνση των παραγωγών και/ή των κατόχων πλούτου και μειώνουν την παραγωγή και/ή τον πλούτο κάτω από το επίπεδο στο οποίο θα βρίσκονταν διαφορετικά. Η διαπροσωπική σύγκρουση είναι δυνατή μόνο εφόσον και στον βαθμό που τα πράγματα είναι σπάνια. Κανένα πράγμα ή μέρος πράγματος δεν μπορεί να ανήκει αποκλειστικά σε περισσότερα από ένα πρόσωπα ταυτόχρονα. Η δημοκρατία, δηλαδή η διακυβέρνηση της πλειοψηφίας, είναι ασύμβατη με την ιδιωτική ιδιοκτησία, δηλαδή την ατομική κυριότητα και εξουσία. Καμία μορφή φορολογίας δεν μπορεί να είναι ομοιόμορφη, δηλαδή ίση· κάθε φορολογία συνεπάγεται τη δημιουργία δύο διακριτών και άνισων τάξεων: των φορολογουμένων, από τη μία πλευρά, και των αποδεκτών-καταναλωτών των φορολογικών εσόδων, από την άλλη. Η περιουσία και οι τίτλοι ιδιοκτησίας είναι διακριτές οντότητες και η αύξηση των δεύτερων χωρίς αντίστοιχη αύξηση της πρώτης δεν αυξάνει τον κοινωνικό πλούτο, αλλά οδηγεί σε αναδιανομή του υφιστάμενου πλούτου.

Για έναν εμπειριστή, τέτοιες προτάσεις πρέπει να ερμηνεύονται είτε ως διατυπώσεις που δεν δηλώνουν απολύτως τίποτε εμπειρικό και αποτελούν απλές συμβάσεις λόγου είτε ως υποθέσεις διαρκώς ελέγξιμες και προσωρινές. Για εμάς, όπως και για την κοινή λογική, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πράγματι, μας φαίνεται εντελώς ανειλικρινές να παρουσιάζονται αυτές οι προτάσεις ως στερούμενες εμπειρικού περιεχομένου. Είναι σαφές ότι δηλώνουν κάτι για «πραγματικά» πράγματα και γεγονότα! Και φαίνεται εξίσου ανειλικρινές να θεωρούνται υποθέσεις. Υποθετικές προτάσεις, όπως συνήθως νοούνται, είναι διατυπώσεις όπως οι ακόλουθες: Τα παιδιά προτιμούν τα McDonald’s από τα Burger King. Η παγκόσμια αναλογία δαπανών για βοδινό προς δαπάνες για χοιρινό είναι δύο προς ένα. Οι Γερμανοί προτιμούν την Ισπανία από την Ελλάδα ως προορισμό διακοπών. Η μεγαλύτερη διάρκεια εκπαίδευσης σε δημόσια σχολεία θα οδηγήσει σε υψηλότερους μισθούς. Ο όγκος των αγορών λίγο πριν από τα Χριστούγεννα υπερβαίνει εκείνον λίγο μετά τα Χριστούγεννα. Οι Καθολικοί ψηφίζουν κατά κύριο λόγο το «Δημοκρατικό Κόμμα». Οι Ιάπωνες αποταμιεύουν το ένα τέταρτο του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Οι Γερμανοί πίνουν περισσότερη μπίρα από τους Γάλλους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παράγουν περισσότερους υπολογιστές από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Οι περισσότεροι κάτοικοι των ΗΠΑ είναι λευκοί και ευρωπαϊκής καταγωγής. Τέτοιες προτάσεις απαιτούν συλλογή ιστορικών δεδομένων για να επιβεβαιωθούν. Και πρέπει να επανεκτιμώνται συνεχώς, επειδή οι σχέσεις που διατυπώνουν δεν είναι αναγκαίες αλλά «ενδεχομενικές»· δηλαδή, επειδή δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς αδύνατο, αδιανόητο ή προφανώς εσφαλμένο στην υπόθεση του αντιθέτου: για παράδειγμα, ότι τα παιδιά προτιμούν τα Burger King από τα McDonald’s ή οι Γερμανοί την Ελλάδα από την Ισπανία κ.ο.κ. Αυτό, ωστόσο, δεν ισχύει για τις προηγούμενες, θεωρητικές προτάσεις. Το να αρνείται κανείς αυτές τις προτάσεις και να υποθέτει, λόγου χάρη, ότι μια μικρότερη ποσότητα ενός αγαθού θα μπορούσε να προτιμάται από μια μεγαλύτερη ποσότητα του ίδιου αγαθού, ότι αυτό που καταναλώνεται τώρα θα μπορούσε ενδεχομένως να καταναλωθεί ξανά στο μέλλον ή ότι ο λογιστικός υπολογισμός του κόστους θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και χωρίς τιμές συντελεστών φαίνεται παράλογο· και όποιος επιδίδεται σε «εμπειρική έρευνα» και «ελέγχους» για να προσδιορίσει ποια από δύο τέτοιες αντιφατικές προτάσεις ισχύει και ποια όχι εμφανίζεται είτε ως ανόητος είτε ως απατεώνας.

Σύμφωνα με την προσέγγιση που υιοθετείται εδώ, θεωρητικές προτάσεις όπως εκείνες που μόλις παρατέθηκαν γίνονται αποδεκτές ως αυτό που προφανώς είναι: ως διατυπώσεις αναγκαίων γεγονότων και σχέσεων. Ως τέτοιες, μπορούν να αποσαφηνιστούν με ιστορικά δεδομένα, αλλά τα ιστορικά δεδομένα δεν μπορούν ούτε να τις θεμελιώσουν ούτε να τις ανασκευάσουν.13 Αντιθέτως. Ακόμη και αν η ιστορική εμπειρία είναι αναγκαία για να συλλάβουμε αρχικά μια θεωρητική αλήθεια, αυτή η αλήθεια αφορά γεγονότα και σχέσεις που εκτείνονται λογικά πέρα από οποιαδήποτε επιμέρους ιστορική εμπειρία και την υπερβαίνουν. Συνεπώς, μόλις συλληφθεί μια θεωρητική αλήθεια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σταθερό και μόνιμο κριτήριο «κριτικής», δηλαδή για τη διόρθωση, την αναθεώρηση και την απόρριψη, καθώς και για την αποδοχή, ιστορικών αναφορών και ερμηνειών. Για παράδειγμα, βάσει θεωρητικών αληθειών πρέπει να θεωρείται αδύνατον οι υψηλότεροι φόροι και οι περισσότερες ρυθμίσεις να αποτελούν αιτία υψηλότερου βιοτικού επιπέδου. Το βιοτικό επίπεδο μπορεί να είναι υψηλότερο μόνο παρά τους υψηλότερους φόρους και τις περισσότερες ρυθμίσεις. Ομοίως, οι θεωρητικές αλήθειες μπορούν να αποκλείσουν ως παράλογες αναφορές όπως ότι η αυξημένη κατανάλωση οδήγησε σε αυξημένη παραγωγή, δηλαδή οικονομική μεγέθυνση, ότι οι ανώτατες τιμές κάτω από τα επίπεδα εκκαθάρισης της αγοράς προκάλεσαν απούλητα πλεονάσματα αγαθών ή ότι η απουσία δημοκρατίας ευθυνόταν για την οικονομική δυσλειτουργία του σοσιαλισμού. Από θεωρητική άποψη, μόνο η περισσότερη αποταμίευση και ο σχηματισμός κεφαλαίου και/ή οι αυξήσεις της παραγωγικότητας μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένη παραγωγή, μόνο οι εγγυημένες κατώτατες τιμές πάνω από τα επίπεδα εκκαθάρισης της αγοράς μπορούν να προκαλέσουν διαρκή πλεονάσματα και μόνο η απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας ευθύνεται για τη δεινή οικονομική κατάσταση υπό τον σοσιαλισμό. Και, για να το επαναλάβουμε, καμία από αυτές τις αλήθειες δεν απαιτεί περαιτέρω εμπειρική μελέτη ή έλεγχο. Η μελέτη ή ο έλεγχός τους αποτελεί ένδειξη σύγχυσης.

Όταν σημείωσα προηγουμένως ότι αυτό δεν είναι έργο ιστορικού αλλά πολιτικού οικονομολόγου και φιλοσόφου, προφανώς δεν το θεωρούσα μειονέκτημα. Το ακριβώς αντίθετο. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι ιστορικοί, υπό την ιδιότητά τους ως ιστορικών, δεν μπορούν να αποφανθούν ορθολογικά μεταξύ ασύμβατων ερμηνειών του ίδιου συνόλου δεδομένων ή της ίδιας ακολουθίας γεγονότων· συνεπώς, αδυνατούν να απαντήσουν στα σημαντικότερα κοινωνικά ερωτήματα. Το κύριο πλεονέκτημα του πολιτικού οικονομολόγου και φιλοσόφου έναντι του απλού ιστορικού —και το όφελος που μπορεί να αποκομίσει ο ιστορικός από τη μελέτη της πολιτικής οικονομικής και της φιλοσοφίας— είναι η γνώση της καθαρής, a priori, κοινωνικής θεωρίας, η οποία του επιτρέπει να αποφεύγει διαφορετικά αναπόφευκτα σφάλματα στην ερμηνεία ακολουθιών σύνθετων ιστορικών δεδομένων και να παρουσιάζει μια θεωρητικά διορθωμένη ή «ανασυγκροτημένη» και αποφασιστικά κριτική ή «αναθεωρητική» εκδοχή της ιστορίας.

Με βάση και αφετηρία θεμελιώδεις θεωρητικές αλήθειες τόσο της πολιτικής οικονομικής όσο και της πολιτικής φιλοσοφίας, δηλαδή της ηθικής, στις ακόλουθες μελέτες προτείνω την αναθεώρηση τριών κεντρικών —πράγματι, σχεδόν μυθικών— πεποιθήσεων και ερμηνειών σχετικά με τη σύγχρονη ιστορία.

Σύμφωνα με στοιχειώδεις θεωρητικές αλήθειες σχετικά με τη φύση της ιδιωτικής περιουσίας και κυριότητας έναντι της «δημόσιας» περιουσίας και διοίκησης, καθώς και των επιχειρήσεων έναντι των κυβερνήσεων ή κρατών, προτείνω, πρώτον, την αναθεώρηση της επικρατούσας αντίληψης για τις παραδοσιακές κληρονομικές μοναρχίες και προσφέρω αντ’ αυτής μια ασυνήθιστα ευνοϊκή ερμηνεία της μοναρχίας και της μοναρχικής εμπειρίας. Εν συντομία, η μοναρχική διακυβέρνηση ανασυγκροτείται θεωρητικά ως διακυβέρνηση υπό ιδιωτική ιδιοκτησία, η οποία με τη σειρά της εξηγείται ότι προάγει στον κυβερνήτη τον προσανατολισμό προς το μέλλον και τη μέριμνα για τις κεφαλαιακές αξίες και τον οικονομικό υπολογισμό. Δεύτερον, με τρόπο εξίσου ανορθόδοξο αλλά βάσει της ίδιας θεωρητικής λογικής, η δημοκρατία και η δημοκρατική εμπειρία παρουσιάζονται υπό ασυνήθιστα δυσμενές πρίσμα. Η δημοκρατική διακυβέρνηση ανασυγκροτείται ως διακυβέρνηση υπό δημόσια ιδιοκτησία, η οποία εξηγείται ότι οδηγεί τους κυβερνήτες σε προσανατολισμό προς το παρόν και σε αδιαφορία ή παραμέληση των κεφαλαιακών αξιών· η μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία ερμηνεύεται, επομένως, ως πολιτισμική παρακμή.

Ακόμη πιο θεμελιώδης και ανορθόδοξη είναι η τρίτη προτεινόμενη αναθεώρηση.

Παρά τη συγκριτικά ευνοϊκή εικόνα της μοναρχίας που παρουσιάζεται, δεν είμαι μοναρχικός και όσα ακολουθούν δεν αποτελούν υπεράσπιση της μοναρχίας. Αντιθέτως, η θέση που υιοθετείται απέναντί της είναι η εξής: αν πρέπει να υπάρχει κράτος, οριζόμενο ως φορέας που ασκεί υποχρεωτικό εδαφικό μονοπώλιο της τελικής λήψης αποφάσεων, δηλαδή της δικαιοδοσίας, και της φορολογίας, τότε είναι οικονομικά και ηθικά προτιμότερο να επιλεγεί η μοναρχία αντί της δημοκρατίας. Αυτό όμως αφήνει ανοικτό το ερώτημα αν ένα κράτος είναι αναγκαίο ή όχι, δηλαδή αν υπάρχει εναλλακτική τόσο στη μοναρχία όσο και στη δημοκρατία. Η ιστορία και πάλι δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Εξ ορισμού, δεν μπορεί να υπάρξει «εμπειρία» αντιπραγματικών καταστάσεων και εναλλακτικών δυνατοτήτων· και το μόνο που βρίσκει κανείς στη σύγχρονη ιστορία, τουλάχιστον όσον αφορά τον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο, είναι η ιστορία των κρατών και του κρατισμού. Μόνο η θεωρία μπορεί και πάλι να προσφέρει απάντηση, επειδή οι θεωρητικές προτάσεις, όπως μόλις καταδείχθηκε, αφορούν αναγκαία γεγονότα και σχέσεις· συνεπώς, όπως μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποκλείσουν ορισμένες ιστορικές αναφορές και ερμηνείες ως εσφαλμένες ή αδύνατες, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να αναγνωρίσουν ορισμένες άλλες καταστάσεις ως δυνατές προς συγκρότηση, ακόμη και αν τέτοιες καταστάσεις δεν έχουν παρατηρηθεί ή δοκιμαστεί ποτέ.

Σε πλήρη αντίθεση, λοιπόν, με την ορθόδοξη άποψη επί του θέματος, η στοιχειώδης κοινωνική θεωρία δείχνει —και θα εξηγηθεί πώς το δείχνει— ότι κανένα κράτος, όπως μόλις ορίστηκε, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε οικονομικά ούτε ηθικά. Αντιθέτως, κάθε κράτος, ανεξάρτητα από το πολίτευμά του, είναι οικονομικά και ηθικά ελαττωματικό. Κάθε μονοπωλητής, συμπεριλαμβανομένου εκείνου της τελικής λήψης αποφάσεων, είναι «κακός» από τη σκοπιά των καταναλωτών. Το μονοπώλιο νοείται εδώ με την κλασική σημασία του, ως απουσία ελεύθερης εισόδου σε έναν συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής: μόνο ένας φορέας, ο Α, επιτρέπεται να παράγει το Χ. Κάθε τέτοιος μονοπωλητής είναι «κακός» για τους καταναλωτές επειδή, προστατευμένος από δυνητικούς νέους ανταγωνιστές στον κλάδο παραγωγής του, θα προσφέρει το προϊόν του σε υψηλότερη τιμή και χαμηλότερη ποιότητα από ό,τι διαφορετικά. Επιπλέον, κανείς δεν θα συμφωνούσε σε έναν όρο που θα επέτρεπε σε έναν μονοπωλητή της τελικής λήψης αποφάσεων, δηλαδή στον τελικό διαιτητή και κριτή κάθε περίπτωσης διαπροσωπικής σύγκρουσης, να καθορίζει μονομερώς, χωρίς τη συναίνεση όλων των ενδιαφερομένων, την τιμή που πρέπει να πληρώνει κανείς για την υπηρεσία του. Η εξουσία φορολόγησης, δηλαδή, είναι ηθικά απαράδεκτη. Πράγματι, ένας μονοπωλητής της τελικής λήψης αποφάσεων που διαθέτει εξουσία φορολόγησης δεν παράγει απλώς λιγότερη και χαμηλότερης ποιότητας δικαιοσύνη, αλλά παράγει ολοένα περισσότερα «δεινά», δηλαδή αδικία και επιθετική βία. Επομένως, η επιλογή μεταξύ μοναρχίας και δημοκρατίας είναι επιλογή μεταξύ δύο ελαττωματικών κοινωνικών τάξεων. Πράγματι, η σύγχρονη ιστορία προσφέρει άφθονα παραδείγματα των οικονομικών και ηθικών ελαττωμάτων όλων των κρατών, είτε μοναρχικών είτε δημοκρατικών.

Επιπλέον, η ίδια κοινωνική θεωρία καταδεικνύει θετικά τη δυνατότητα μιας εναλλακτικής κοινωνικής τάξης, απαλλαγμένης από τα οικονομικά και ηθικά ελαττώματα της μοναρχίας και της δημοκρατίας, καθώς και κάθε άλλης μορφής κράτους. Ο όρος που υιοθετείται εδώ για ένα κοινωνικό σύστημα απαλλαγμένο από μονοπώλιο και φορολογία είναι «φυσική τάξη». Άλλες ονομασίες που χρησιμοποιούνται αλλού ή από άλλους για το ίδιο πράγμα είναι «εύτακτη αναρχία», «αναρχισμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας», «αναρχοκαπιταλισμός», «αυτοκυβέρνηση», «κοινωνία ιδιωτικού δικαίου» και «καθαρός καπιταλισμός».

Πέρα από τη μοναρχία και τη δημοκρατία, όσα ακολουθούν αφορούν τη «λογική» μιας φυσικής τάξης, όπου κάθε σπάνιος πόρος ανήκει σε ιδιώτες, κάθε επιχείρηση χρηματοδοτείται από πελάτες που πληρώνουν εθελοντικά ή από ιδιώτες δωρητές και η είσοδος σε κάθε κλάδο παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών δικαιοσύνης, αστυνόμευσης και άμυνας, είναι ελεύθερη. Μέσα από την αντιπαραβολή με τη φυσική τάξη αναδεικνύονται τα οικονομικά και ηθικά σφάλματα της μοναρχίας. Με φόντο τη φυσική τάξη αποσαφηνίζονται τα ακόμη μεγαλύτερα σφάλματα που συνεπάγεται η δημοκρατία και αποκαλύπτεται η ιστορική μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία ως πολιτισμική παρακμή. Και επειδή η φυσική τάξη κατέχει λογικά τη θέση της θεωρητικής απάντησης στο θεμελιώδες πρόβλημα της κοινωνικής τάξης —πώς να προστατευθούν η ελευθερία, η ιδιοκτησία και η επιδίωξη της ευτυχίας—, όσα ακολουθούν περιλαμβάνουν επίσης εκτενείς συζητήσεις στρατηγικών ζητημάτων και προβληματισμών, δηλαδή των προϋποθέσεων κοινωνικής αλλαγής και, ειδικότερα, του ριζικού μετασχηματισμού από τη δημοκρατία στη φυσική τάξη.

Ανεξάρτητα από τις ανορθόδοξες ερμηνείες και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν οι ακόλουθες μελέτες, οι θεωρίες και τα θεωρήματα που χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή τους δεν είναι ασφαλώς ούτε νέα ούτε ανορθόδοξα. Πράγματι, αν υποθέσει κανείς, όπως εγώ, ότι υπάρχουν a priori κοινωνική θεωρία και θεωρήματα, τότε θα πρέπει επίσης να αναμένει ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της γνώσης είναι παλαιό και ότι η θεωρητική πρόοδος είναι επίπονα αργή. Αυτό πράγματι φαίνεται να συμβαίνει. Συνεπώς, ακόμη και αν τα συμπεράσματά μου φαίνονται ριζοσπαστικά ή ακραία, ως θεωρητικός είμαι σαφώς συντηρητικός. Τοποθετώ τον εαυτό μου σε μια διανοητική παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον στους Ισπανούς σχολαστικούς του δέκατου έκτου αιώνα και η οποία βρήκε τη σαφέστερη σύγχρονη έκφρασή της στη λεγόμενη Αυστριακή Σχολή οικονομικής σκέψης: την παράδοση της καθαρής κοινωνικής θεωρίας, όπως εκπροσωπείται πάνω απ’ όλα από τους Carl Menger, Eugen von Boehm-Bawerk, Ludwig von Mises και Murray N. Rothbard.14

Στην αρχή, ανέφερα την Αυστρία των Habsburg και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ως τις χώρες που συνδέονται στενότερα με το παλαιό μοναρχικό καθεστώς και με τη νέα και σημερινή δημοκρατική-ρεπουμπλικανική εποχή, αντίστοιχα. Εδώ συναντούμε ξανά την Αυστρία των Habsburg και ανακαλύπτουμε έναν ακόμη λόγο για τον οποίο οι ακόλουθες μελέτες θα μπορούσαν επίσης να ονομαστούν Μια αυστριακή θεώρηση της αμερικανικής εποχής. Η Αυστριακή Σχολή οικονομικής σκέψης συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες από τις πολλές διανοητικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις που γεννήθηκαν στην Αυστρία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, ως μία από τις πολλές συνέπειες της καταστροφής της Αυτοκρατορίας των Habsburg, η τρίτη γενιά της σχολής, με επικεφαλής τον Ludwig von Mises, ξεριζώθηκε από την Αυστρία και την ευρωπαϊκή ήπειρο και, με τη μετανάστευση του Mises στη Νέα Υόρκη το 1940, μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Και θα ήταν στην Αμερική όπου η αυστριακή κοινωνική θεωρία θα ρίζωνε βαθύτερα, χάρη ιδίως στο έργο του εξέχοντος Αμερικανού μαθητή του Mises, του Murray N. Rothbard.

Οι ακόλουθες μελέτες γράφονται από τη σκοπιά της σύγχρονης αυστριακής κοινωνικής θεωρίας. Σε όλη τους την έκταση είναι εμφανής η επιρροή του Ludwig von Mises και, ακόμη περισσότερο, του Murray N. Rothbard. Τα στοιχειώδη θεωρήματα της πολιτικής οικονομικής και της φιλοσοφίας, τα οποία χρησιμοποιούνται εδώ για την ανασυγκρότηση της ιστορίας και την πρόταση μιας εποικοδομητικής εναλλακτικής στη δημοκρατία, έχουν αναπτυχθεί διεξοδικότερα στα κύρια θεωρητικά έργα των Mises και Rothbard.15 Επίσης, πολλά από τα θέματα που εξετάζονται στη συνέχεια έχουν αντιμετωπιστεί και στα πολυάριθμα έργα τους εφαρμοσμένης ανάλυσης. Επιπλέον, οι ακόλουθες μελέτες συμμερίζονται με τον Mises και ιδίως με τον Rothbard μια θεμελιώδη και σθεναρή αντικρατιστική θέση, υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Παρ’ όλα αυτά, οι ακόλουθες μελέτες μπορούν να διεκδικήσουν πρωτοτυπία από δύο απόψεις. Αφενός, προσφέρουν βαθύτερη κατανόηση της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Στα έργα τους εφαρμοσμένης ανάλυσης, οι Mises και Rothbard εξέτασαν τα περισσότερα από τα κεντρικά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα και γεγονότα του εικοστού αιώνα: σοσιαλισμός έναντι καπιταλισμού, μονοπώλιο έναντι ανταγωνισμού, ιδιωτική έναντι δημόσιας ιδιοκτησίας, παραγωγή και εμπόριο έναντι φορολογίας, ρυθμίσεων και αναδιανομής κ.ο.κ. Και οι δύο περιέγραψαν λεπτομερώς την ταχεία διόγκωση της κρατικής εξουσίας κατά τον εικοστό αιώνα και εξήγησαν τις οικονομικά και ηθικά επιζήμιες συνέπειές της. Ωστόσο, μολονότι αποδείχθηκαν εξαιρετικά διορατικοί και προνοητικοί σε αυτές τις προσπάθειες, ιδίως σε σύγκριση με τους εμπειριστές-θετικιστές ομολόγους τους, ούτε ο Mises ούτε ο Rothbard επιχείρησαν συστηματικά να αναζητήσουν μια αιτία της παρακμής της κλασικής φιλελεύθερης σκέψης και του καπιταλισμού του laissez-faire και της συνακόλουθης ανόδου των αντικαπιταλιστικών πολιτικών ιδεολογιών και του κρατισμού κατά τον εικοστό αιώνα. Ασφαλώς, δεν θεώρησαν τη δημοκρατία τέτοια αιτία. Πράγματι, παρότι γνώριζαν τα οικονομικά και ηθικά ελαττώματα της δημοκρατίας, τόσο ο Mises όσο και ο Rothbard έτρεφαν ιδιαίτερη συμπάθεια προς αυτήν και έτειναν να θεωρούν τη μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία πρόοδο. Αντιθέτως, εγώ θα εξηγήσω την ταχεία διόγκωση της κρατικής εξουσίας κατά τον εικοστό αιώνα, την οποία αποδοκίμαζαν οι Mises και Rothbard, ως συστηματικό αποτέλεσμα της δημοκρατίας και της δημοκρατικής νοοτροπίας, δηλαδή της εσφαλμένης πεποίθησης στην αποδοτικότητα και/ή στη δικαιοσύνη της δημόσιας ιδιοκτησίας και της λαϊκής, πλειοψηφικής διακυβέρνησης.

Αφετέρου, βάσει αυτής της βαθύτερης, «αναθεωρητικής» κατανόησης της σύγχρονης ιστορίας, οι ακόλουθες μελέτες καταλήγουν επίσης σε μια «καλύτερη» —σαφέστερη και οξυδερκέστερη— κατανόηση της εποικοδομητικής εναλλακτικής προς την υφιστάμενη δημοκρατική τάξη, δηλαδή της φυσικής τάξης. Περιλαμβάνονται λεπτομερείς εξηγήσεις για τη λειτουργία μιας φυσικής τάξης ως κοινωνικού συστήματος χωρίς κράτος, με ασφαλιστικούς φορείς που χρηματοδοτούνται εθελοντικά και λειτουργούν ως ανταγωνιστικοί πάροχοι νόμου και τάξης. Περιλαμβάνονται επίσης εξίσου λεπτομερείς συζητήσεις στρατηγικών ζητημάτων. Ειδικότερα, εξετάζονται διεξοδικά η απόσχιση και η ιδιωτικοποίηση ως οι κύριες οδοί και τα μέσα υπέρβασης της δημοκρατίας και εγκαθίδρυσης μιας φυσικής τάξης.

Τέλος, με αυτές τις μελέτες επιθυμώ να προαγάγω ιδίως την παράδοση της αυστριακής κοινωνικής θεωρίας και να συμβάλω στη φήμη της όχι μόνο ως προπυργίου της αλήθειας, αλλά και ως παράδοσης που εμπνέει, συναρπάζει και αναζωογονεί τη σκέψη. Και, με την ίδια λογική αλλά γενικότερα, επιθυμώ να προαγάγω και να ενισχύσω την παράδοση της μεγάλης κοινωνικής θεωρίας, η οποία περιλαμβάνει την πολιτική οικονομική, την πολιτική φιλοσοφία και την ιστορία και εξετάζει τόσο κανονιστικά όσο και θετικά ερωτήματα. Ένας κατάλληλος όρος για αυτού του είδους το διανοητικό εγχείρημα θα φαινόταν να είναι η κοινωνιολογία. Όμως, μολονότι ο όρος «κοινωνιολογία» έχει χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς με αυτή τη σημασία, υπό την κυρίαρχη επιρροή της εμπειριστικής-θετικιστικής φιλοσοφίας απέκτησε εντελώς διαφορετική σημασία και φήμη. Σύμφωνα με το εμπειριστικό δόγμα, τα κανονιστικά ερωτήματα δεν είναι καν «επιστημονικά» ερωτήματα και δεν υπάρχει a priori θεωρία. Αυτό ουσιαστικά αποκλείει εξαρχής τη μεγάλη κοινωνική θεωρία ως «αντιεπιστημονική». Κατά συνέπεια, το μεγαλύτερο μέρος όσων εμφανίζονται σήμερα ως κοινωνιολογία δεν είναι απλώς εσφαλμένο, αλλά και άσχετο και ανιαρό. Σε έντονη αντίθεση, οι ακόλουθες μελέτες είναι όλα όσα ένας καλός θετικιστής ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει κανείς να είναι: διεπιστημονικές, θεωρητικά προσανατολισμένες και στραμμένες τόσο σε θετικά-εμπειρικά όσο και σε κανονιστικά ερωτήματα. Ελπίζω να καταδείξω με το παράδειγμα ότι αυτή είναι η ορθή προσέγγιση, καθώς και η πιο ενδιαφέρουσα.

1 Για μια εξαιρετική σύνοψη των αιτίων και των συνεπειών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, βλ. Ralph Raico, “World War I: The Turning Point”, στο John V. Denson, The Costs of War: America’s Pyrrhic Victories (New Brunswick: Transaction Publishers, 1999).

2 Erik von Kuehnelt-Leddihn, Leftism Revisited: From de Sade to Pol Pot (Washington, D.C.: Regnery, 1990), σ. 210· για τον Wilson και τον ουιλσονισμό, βλ. επίσης Murray N. Rothbard, “World War I as Fulfillment: Power and the Intellectuals”, Journal of Libertarian Studies, τόμ. 9, αρ. 1, 1989· Paul Gottfried, “Wilsonianism: The Legacy that Won’t Die”, Journal of Libertarian Studies, τόμ. 9, αρ. 2, 1990· του ιδίου, “On Liberal and Democratic Nationhood”, Journal of Libertarian Studies, τόμ. 10, αρ. 1, 1991· Robert A. Nisbet, The Present Age (New York: Harper & Row, 1988).

3 Βλ. Murray N. Rothbard, “War Collectivism in World War I”, στο Ronald Radosh και Murray N. Rothbard, επιμ., A New History of Leviathan (New York: E. P. Dutton & Co., 1972)· Robert Higgs, Crisis and Leviathan (New York: Oxford University Press, 1987).

4 Βλ. Francis Fukuyama, The End of History and the Last Man (New York: Avon Books, 1992).

5 Ο κατάλογος περιλαμβάνει τους Ludwig Boltzmann, Franz Brentano, Rudolph Carnap, Edmund Husserl, Ernst Mach, Alexius Meinong, Karl Popper, Moritz Schlick και Ludwig Wittgenstein μεταξύ των φιλοσόφων· τους Kurt Goedel, Hans Hahn, Karl Menger και Richard von Mises μεταξύ των μαθηματικών· τους Eugen von Boehm-Bawerk, Gottfried von Haberler, Friedrich von Hayek, Carl Menger, Fritz Machlup, Ludwig von Mises, Oskar Morgenstern, Joseph Schumpeter και Friedrich von Wieser μεταξύ των οικονομολόγων· τους Rudolph von Jhering, Hans Kelsen, Anton Menger και Lorenz von Stein μεταξύ των νομικών και των θεωρητικών του δικαίου· τους Alfred Adler, Joseph Breuer, Karl Buehler και Sigmund Freud μεταξύ των ψυχολόγων· τους Max Adler, Otto Bauer, Egon Friedell, Heinrich Friedjung, Paul Lazarsfeld, Gustav Ratzenhofer και Alfred Schuetz μεταξύ των ιστορικών και των κοινωνιολόγων· τους Hermann Broch, Franz Grillparzer, Hugo von Hofmannsthal, Karl Kraus, Fritz Mauthner, Robert Musil, Arthur Schnitzler, Georg Trakl, Otto Weininger και Stefan Zweig μεταξύ των συγγραφέων και των κριτικών λογοτεχνίας· τους Gustav Klimt, Oskar Kokoschka, Adolf Loos και Egon Schiele μεταξύ των καλλιτεχνών και των αρχιτεκτόνων· και τους Alban Berg, Johannes Brahms, Anton Bruckner, Franz Lehar, Gustav Mahler, Arnold Schoenberg, Johann Strauss, Anton von Webern και Hugo Wolf μεταξύ των συνθετών.

6 Βλ. Allan Janik και Stephen Toulmin, Wittgenstein’s Vienna (New York: Simon & Schuster, 1973)· William M. Johnston, The Austrian Mind: An Intellectual and Social History 1848–1938 (Berkeley: University of California Press, 1972)· Carl E. Schorske, Fin-de-Siecle Vienna: Politics and Culture (New York: Random House, 1981).

7 Για μια σύγχρονη συλλογή παραδειγμάτων «αντιπραγματικής ιστορίας», βλ. Niall Ferguson, επιμ., Virtual History: Alternatives and Counterfactuals (New York: Basic Books, 1999).

8 Για τη σχέση μεταξύ του κομμουνισμού και της ανόδου του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, βλ. Ralph Raico, “Mises on Fascism, Democracy, and Other Questions”, Journal of Libertarian Studies, τόμ. 12, αρ. 1, 1996· Ernst Nolte, Der europaeische Buergerkrieg, 1917–1945. Nationalsozialismus und Bolschewismus (Berlin: Propylaeen, 1987).

9 Ακόμη και ένας τόσο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του κατεστημένου όσο ο George F. Kennan, γράφοντας το 1951, πλησίασε πράγματι στο να παραδεχθεί κάτι τέτοιο: «Και όμως, σήμερα, αν μας προσφερόταν η δυνατότητα να έχουμε ξανά τη Γερμανία του 1913, μια Γερμανία διοικούμενη από συντηρητικούς αλλά σχετικά μετριοπαθείς ανθρώπους, χωρίς Ναζί και χωρίς κομμουνιστές, μια σφριγηλή Γερμανία, ενωμένη και απαλλαγμένη από κατοχή, γεμάτη ενέργεια και αυτοπεποίθηση, ικανή να συμβάλει ξανά στην εξισορρόπηση της ρωσικής ισχύος στην Ευρώπη — λοιπόν, θα υπήρχαν αντιρρήσεις από πολλές πλευρές και δεν θα ήταν όλοι ευχαριστημένοι· αλλά από πολλές απόψεις δεν θα ήταν τόσο άσχημα, σε σύγκριση με το σημερινό μας πρόβλημα. Σκεφτείτε τώρα τι σημαίνει αυτό. Όταν κάνετε τον συνολικό απολογισμό των δύο πολέμων με βάση τους διακηρυγμένους στόχους τους, διαπιστώνετε ότι, αν υπήρξε οποιοδήποτε όφελος, είναι πολύ δύσκολο να το διακρίνει κανείς». American Diplomacy 1900–1950 (Chicago: University of Chicago Press, 1951), σσ. 55–56.

10 Για το θέμα αυτό, βλ. Ludwig von Mises, Theory and History: An Interpretation of Social and Economic Evolution (Auburn, Al.: Ludwig von Mises Institute, 1985)· του ιδίου, The Ultimate Foundation of Economic Science: An Essay on Method (Kansas City: Sheed Andrews & McMeel, 1978)· Hans-Hermann Hoppe, Kritik der kausalwissenschaftlichen Sozialforschung. Untersuchungen zur Grundlegung von Soziologie und Oekonomie (Opladen: Westdeutscher Verlag, 1983)· του ιδίου, Economic Science and the Austrian Method (Auburn, Al.: Ludwig von Mises Institute, 1995).

11 Βλ. Bran Blanshard, Reason and Analysis (LaSalle: Open Court, 1964)· επίσης Arthur Pap, Semantics and Necessary Truth (New Haven: Yale University Press, 1958)· Saul Kripke, “Naming and Necessity”, στο Donald Davidson και Gilbert Harman, επιμ., Semantics of Natural Language (New York: Reidel, 1972)· Paul Lorenzen, Methodisches Denken (Frankfurt/M.: Suhrkamp, 1968).

12 Ακόμη και ένας «καλός εμπειριστής» θα έπρεπε να παραδεχθεί ότι, σύμφωνα με το ίδιο του το δόγμα, δεν μπορεί να γνωρίζει a priori αν υπάρχουν ή όχι a priori θεωρήματα και αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επιλογή μεταξύ ασύμβατων εξηγήσεων του ίδιου συνόλου ιστορικών δεδομένων· συνεπώς, και αυτός θα έπρεπε να τηρήσει στάση αναμονής.

13 Για να αποφευχθεί κάθε παρανόηση: το να λέμε ότι κάτι είναι «αναγκαίο» και μπορεί να αναγνωριστεί ως τέτοιο a priori δεν σημαίνει ότι διεκδικούμε το αλάθητο. Και οι μαθηματικοί και οι λογικοί ισχυρίζονται ότι ασχολούνται με αναγκαίες σχέσεις, χωρίς ωστόσο να διεκδικούν το αλάθητο. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός εδώ είναι μόνο ότι, για να ανασκευαστεί μια θεωρητική πρόταση, σε αντίθεση με μια υποθετική, απαιτείται ένα άλλο, ακόμη πιο θεμελιώδες θεωρητικό επιχείρημα, όπως ακριβώς για να ανασκευαστεί ένα μαθηματικό ή λογικό θεώρημα απαιτείται άλλη μαθηματική ή λογική απόδειξη ή επιχείρημα και όχι «εμπειρικά στοιχεία».

14 Βλ. Murray N. Rothbard, Economic Thought Before Adam Smith: An Austrian Perspective on the History of Economic Thought (Aldershot, UK: Edward Elgar, 1995)· του ιδίου, Classical Economics: An Austrian Perspective on the History of Economic Thought (Aldershot, UK: Edward Elgar, 1995)· επίσης Randall Holcombe, επιμ., Fifteen Great Austrian Economists (Auburn, Al.: Ludwig von Mises Institute, 1999).

15 Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics (Auburn, Al.: Ludwig von Mises Institute, 1999 1949)· Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State: A Treatise on Economic Principles (Auburn, Al.: Ludwig von Mises Institute, 1993 1962).

← Προηγούμενο«Η απαγόρευση της χρήσης κοινωνικών δικτύων «για το καλό των παιδιών μας» υπό το πρίσμα των Ludwig von Mises και Murray Rothbard»

Σχετικά κείμενα

Δοκίμια5 Οκτωβρίου 2026

«Για την Ορθή Μελέτη του Ανθρώπου: Στοχασμοί περί Μεθόδου» του Hans-Hermann Hoppe

Hans-Hermann Hoppe

Μεταφράσεις27 Σεπτεμβρίου 2026

«Για μια Nέα Eλευθερία: Το Λιμπερταριανό Μανιφέστο (Μανιφέστο του Ελευθερισμού)» (“For a New Liberty: The Libertarian Manifesto”)του Murray N. Rothbard

Murray N. Rothbard

Μεταφράσεις16 Σεπτεμβρίου 2026

«Ο Άνθρωπος η Οικονομία και το Κράτος», με το έργο «Εξουσία και Αγορά» (“Man, Economy, and State with Power and Market”) του Murray Rothbard (work in progress)

Murray N. Rothbard